SCRUTATIO

Giovedi, 2 luglio 2026 - Preziosissimo Sangue di Gesù ( Letture di oggi)

ΘΡΗΝΟΙ - Lamentazioni - Lamentations 2


font
GREEK BIBLEБіблія
1 Πως περιεκαλυψεν ο Κυριος με νεφος την θυγατερα Σιων εν τη οργη αυτου, κατερριψεν απο του ουρανου εις την γην την δοξαν του Ισραηλ, και δεν ενεθυμηθη εν τη ημερα της οργης αυτου το υποποδιον των ποδων αυτου1 О як же то у своєму гніві Господь захмарив оту дочку Сіону! Кинув з небес на землю вроду Ізраїля! Не спогадав про свій підніжок у день свого гніву.
2 Ο Κυριος κατεποντισε πασας τας κατοικιας του Ιακωβ και δεν εφεισθη? κατεστρεψεν εν τω θυμω αυτου τα οχυρωματα της θυγατρος Ιουδα? κατηδαφισεν αυτα? εβεβηλωσε το βασιλειον και τους αρχοντας αυτου.2 Зруйнував Господь, не пощадив, усі Якова оселі. Він зруйнував у своїм обуренні твердині дочки Юди, повалив їх на землю; царство з його князями збезчестив.
3 Συνεθλασεν εν τη εξαψει του θυμου αυτου παν το κερας του Ισραηλ? εστρεψεν οπισω την δεξιαν αυτου απ' εμπροσθεν του εχθρου? και εξηφθη κατα του Ιακωβ ως πυρ φλογερον, κατατρωγον τα περιξ.3 У палкому гніві розбив він усю Ізраїля потугу, відвів назад свою правицю перед супостатом. Він запалив у Якові немов би вогонь горючий, що звідусюди пожирає.
4 Ενετεινε το τοξον αυτου ως εχθρος, εστησε την δεξιαν αυτου ως υπεναντιος, και εφονευσε παν το αρεστον εις τους οφθαλμους εν τη σκηνη της θυγατρος Σιων? εξεχεεν ως πυρ τον θυμον αυτου.4 Він нап’яв лука свого, немов би ворог, випрямивши правицю, немов би противник, і вибив усе, що миле очам; він на намет дочки Сіону вилив огнем свою досаду.
5 Ο Κυριος εγεινεν ως εχθρος, κατεποντισε τον Ισραηλ? κατεποντισε παντα τα παλατια αυτου? ηφανισε τα οχυρωματα αυτου? και επληθυνεν εις την θυγατερα Ιουδα το πενθος και την θλιψιν.5 Господь неначе ворогом зробився; він зруйнував Ізраїля, зруйнував усі його палаци, знищив його твердині, збільшив дочці Юди плач і лемент.
6 Και εξεσπασε την σκηνην αυτου ως καλυβην κηπου? κατηφανισε τον τοπον των συναξεων αυτου? ο Κυριος εκαμε να λησμονηθη εν Σιων η εορτη και το σαββατον, και εν τη αγανακτησει της οργης αυτου απερριψε βασιλεα και ιερεα.6 Він спустошив, неначе сад, шатро своє, знищив свій намет зборів. Господь довів до того, що на Сіоні забуто про свята та суботи; і відкинув у палкому гніві царя та священика.
7 Ο Κυριος απεβαλε το θυσιαστηριον αυτου, εβδελυχθη το αγιαστηριον αυτου? συνεκλεισεν εν τη χειρι των εχθρων τα τειχη των παλατιων αυτης? ηλαλαξαν εν τω οικω του Κυριου ως εν ημερα εορτης.7 Господь відкинув жертовник свій, знехтував своєю святинею; він видав у ворожі руки мури його будинків. Крик знято в Господньому домі, неначе за якогось свята.
8 Ο Κυριος εβουλευθη να αφανιση το τειχος της θυγατρος Σιων? εξετεινε την σταθμην, δεν απεστρεψε την χειρα αυτου απο του να καταποντιζη, και εκαμε να πενθηση το περιτειχισμα και το τειχος? τα παντα ητονησαν ομου.8 Господь намислив розвалити мур дочки Сіону; простягнув мотузку, руки не стримав, щоб не руйнувати; засмутив мур і передмур’я, і вони разом тужать.
9 Αι πυλαι αυτης ενεπηχθησαν εις την γην? ηφανισε και κατεσυντριψε τους μοχλους αυτης? ο βασιλευς αυτης και οι αρχοντες αυτης ειναι εν τοις εθνεσι? νομος δεν υπαρχει? ουδε οι προφηται αυτης ευρισκουσιν ορασιν παρα Κυριου.9 Запались у землю його ворота, розбив він і зламав його засуви. Цар його з князями між народами, немає закону! Навіть його пророки не мають більш від Господа видіння.
10 Οι πρεσβυτεροι της θυγατρος Σιων, καθηνται κατα γης, σιωπωντες? ανεβιβασαν χωμα επι την κεφαλην αυτων, εζωσθησαν σακκους? αι παρθενοι της Ιερουσαλημ κατεβιβασαν τας κεφαλας αυτων προς την γην.10 Сидять на землі мовчки старі дочки Сіону; посипали собі голови порохом, оперезалися вереттям. Схилили голови додолу дівчата єрусалимські.
11 Οι οφθαλμοι μου εμαρανθησαν υπο των δακρυων, τα εντοσθια μου ταραττονται, η χολη μου εξεχυθη εις την γην, δια τον συντριμμον της θυγατρος του λαου μου, επειδη τα νηπια και τα θηλαζοντα ελιποψυχουν εν ταις πλατειαις της πολεως.11 Очі мої змарніли від сліз, нутро кипить у мене, жовч моя виливається на землю з-за погибелі дочки народу мого, бо діти й немовлята мліють по майданах міських.
12 Ειπον προς τας μητερας αυτων, Που ειναι σιτος και οινος; Οποτε ελιποθυμουν εν ταις πλατειαις της πολεως ως ο τραυματιας, οποτε η ψυχη αυτων εξεχεετο εις τον κολπον των μητερων αυτων.12 Просять у матерів своїх: «Хліба! Пити!» І умлівають, мов поранені, по майданах міських і виливають свої душі у материнське лоно.
13 Τινα να λαβω μαρτυρα εις σε; με τι να σε συγκρινω, θυγατηρ της Ιερουσαλημ; Με ποιον να σε εξομοιωσω δια να σε παρηγορησω, παρθενε, θυγατηρ Σιων; Διοτι ο συντριμμος σου ειναι μεγας ως η θαλασσα? τις δυναται να σε ιατρευση;13 Якого свідка маю тобі дати? До чого мені тебе уподобити, дочко єрусалимська? З чим тебе порівняти, щоб тебе потішити, дівице-дочко сіонська? Рана бо твоя велика, немов море; хто тебе вилікувати може?
14 Οι προφηται σου ειδον περι σου ματαια και αφροσυνην, και δεν εφανερωσαν την ανομιαν σου, δια να αποστρεψωσι την αιχμαλωσιαν σου? αλλ' ειδον περι σου φορτια ματαια και προξενα εξωσεως.14 Пророки твої бачили для тебе видіння пусті й оманливі; не розкривали твого беззаконства, щоб відвернути від тебе неволю; вони для тебе віщували пророцтва пусті та облудні.
15 Παντες οι διαβαινοντες την οδον εκροτησαν επι σε χειρας? εσυριξαν και εσεισαν τας κεφαλας αυτων εις την θυγατερα της Ιερουσαλημ, λεγοντες, Αυτη ειναι η πολις, περι της οποιας ελεγετο, Η εντελεια της ωραιοτητος, η χαρα πασης της γης;15 Сплескують руками над тобою всі перехожі; свищуть, кивають головою над єрусалимською дочкою: «То це те місто, що його звали найбільшою красою, радістю всього світу?»
16 Παντες οι εχθροι σου ηνοιξαν επι σε το στομα αυτων? εσυριξαν και ετριξαν τους οδοντας λεγοντες, Κατεπιομεν αυτην? αυτη τωοντι ειναι η ημερα, την οποιαν περιεμενομεν? ευρομεν, ειδομεν.16 Всі вороги твої на тебе пороззявляли пащеки, свищуть, скрегочуть зубами та примовляють: «Проглинули ми його! Оцього дня ми тільки й чекали! Таки дожили, узріли!»
17 Ο Κυριος εκαμεν ο, τι εβουλευθη? εξεπληρωσε τον λογον αυτου, τον οποιον διωρισεν απο ημερων αρχαιων? Κατεστρεψε και δεν εφεισθη, και ευφρανεν επι σε τον εχθρον? υψωσε το κερας των εναντιων σου.17 Вчинив Господь те, що задумав, виконав своє слово, що був заповів за днів днедавніх; спустошив без пощади, звеселив ворога над тобою, ріг противників твоїх підніс угору.
18 Η καρδια αυτων εβοησε προς τον Κυριον, Τειχος της θυγατρος Σιων, καταβιβαζε ως χειμαρρον δακρυα ημεραν και νυκτα? μη δωσης παυσιν εις σεαυτον? ας μη σιωπηση η κορη των οφθαλμων σου.18 До Господа взивай зо свого серця, дівице — дочко Сіону! Лий потоком сльози днями й ночами! Не давай собі впину, очей твоїх зіницям не давай спокою!
19 Σηκωθητι, βοησον την νυκτα, οταν αρχιζωσιν αι φυλακαι? εκχεον την καρδιαν σου ως υδωρ εμπροσθεν του προσωπου του Κυριου? υψωσον προς αυτον τας χειρας σου, δια την ζωην των νηπιων σου, τα οποια λιποθυμουσιν απο της πεινης επι των ακρων πασων των οδων.19 Вставай, голоси уночі з початком кожної сторожі. Вилий водою твоє серце перед лицем Господнім. Здійми до нього твої руки за життя твоїх діток, що мліють з голоду на рогах усіх вулиць.
20 Ιδε, Κυριε, και επιβλεψον, εις τινα ποτε εκαμες ουτω; Να φαγωσιν αι γυναικες τον καρπον της κοιλιας αυτων, τα νηπια εν τοις σπαργανοις αυτων; Να φονευθωσιν εν τω αγιαστηριω του Κυριου ιερευς και προφητης;20 О, зглянься, Господи, й подивися: кому ти учинив так? Щоб жінки та їли плід свій, діток, яких плекали? Щоб у святині в Господній убивано священика й пророка?
21 Το παιδιον και ο γερων κοιτονται κατα γης εν ταις οδοις? αι παρθενοι μου και οι νεανισκοι μου επεσον εν μαχαιρα? εφονευσας εν τη ημερα της οργης σου, κατεσφαξας, δεν εφεισθης.21 Лежать на вулицях на землі діти й старі люди. Мої дівчата й мої хлопці від меча полягли; ти убив у день твого гніву, ти мордував без милосердя.
22 Προσεκαλεσας πανταχοθεν, ως εν ημερα πανηγυρεως, τους τρομους μου, και ουδεις εσωθη ουδε υπελειφθη εν τη ημερα της οργης του Κυριου? εκεινους, τους οποιους εσπαργανωσα και ηυξησα, ο εχθρος μου συνετελεσεν αυτους.22 Ти поскликав, немов на празник, мої страхіття навкруг мене. В день гніву Господа ніхто не втік, не врятувався. Тих, що я випестила, виховала, винищив мій ворог.