SCRUTATIO

Domenica, 14 giugno 2026 - Sant´ Eliseo ( Letture di oggi)

Prima lettera di Pietro 2


font
STUTTGARTENSIA-DELITZSCHGREEK BIBLE
1 וְעַתָּה הָסִירוּ מִכֶּם כָּל־רֶשַׁע וְכָל־מִרְמָה וַחֲנֻפָּה וְקִנְאָה וְכָל־לָשׁוֹן רָע1 Απορριψαντες λοιπον πασαν κακιαν και παντα δολον και υποκρισεις και φθονους και πασας καταλαλιας,
2 וּכְעֹלֲלִים אֲשֶׁר מִקָּרוֹב נוֹלָדוּ הִתְאַוּוּ לֶחָלָב הַשִּׂכְלִי וְהַזָּךְ לְמַעַן תִּגְדְּלוּ־בוֹ אֶל־הַתְּשׁוּעָה2 επιποθησατε ως νεογεννητα βρεφη το λογικον αδολον γαλα, δια να αυξηθητε δι' αυτου,
3 אִם־אָמְנָם טְעַמְתֶּם כִּי־טוֹב הָאָדוֹן3 επειδη εγευθητε οτι αγαθος ο Κυριος.
4 אֲשֶׁר נִגַּשְׁתֶּם אֵלָיו אֶל־אֶבֶן חַיָּה אֲשֶׁר מָאֲסוּ־בָהּ בְּנֵי־הָאָדָם וְהִיא נִבְחָרָה וִיקָרָה לֵאלֹהִים4 Εις τον οποιον προσερχομενοι, ως εις λιθον ζωντα, υπο μεν των ανθρωπων αποδεδοκιμασμενον, παρα δε τω Θεω εκλεκτον, εντιμον,
5 וְנִבְנֵיתֶם גַּם־אַתֶּם כַּאֲבָנִים חַיּוֹת לְבַיִת רוּחָנִי לִכְהֻנַּת קֹדֶשׁ לְהַעֲלוֹת זִבְחֵי־רוּחַ לְרָצוֹן לֵאלֹהִים בְּיֵשׁוּעַ הַמָּשִׁיחַ5 και σεις, ως λιθοι ζωντες, οικοδομεισθε οικος πνευματικος, ιερατευμα αγιον, δια να προσφερητε πνευματικας θυσιας ευπροσδεκτους εις τον Θεον δια Ιησου Χριστου?
6 וְזֶה הוּא שֶׁאָמַר הַכָּתוּב הִנְנִי יִסַּד בְּצִיּוֹן אֶבֶן פִּנָּה אֶבֶן בֹּחַן וִיקָרָה וְהַמַּאֲמִין בָּהּ לֹא יֵבוֹשׁ6 δια τουτο και περιεχεται εν τη γραφη? Ιδου, θετω εν Σιων λιθον ακρογωνιαιον, εκλεκτον, εντιμον, και ο πιστευων επ' αυτον δεν θελει καταισχυνθη.
7 לָכֵן לָכֶם הַמַּאֲמִינִים הַיְקָר אֲבָל לַסּוֹרְרִים הָאֶבֶן אֲשֶׁר מָאֲסוּ הַבּוֹנִים הָיְתָה לְרֹאשׁ פִּנָּה וּלְאֶבֶן נֶגֶף וּלְצוּר מִכְשֹׁל7 Εις εσας λοιπον τους πιστευοντας ειναι η τιμη, εις δε τους απειθουντας ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας
8 וְהֵם נִכְשְׁלוּ יַעַן לֹא שָׁמְעוּ לַדָּבָר וְלָזֹאת גַּם־נוֹעָדוּ8 και λιθος προσκομματος και πετρα σκανδαλου? οιτινες προσκοπτουσιν εις τον λογον, οντες απειθεις, εις το οποιον και ησαν προσδιωρισμενοι?
9 וְאַתֶּם הִנְּכֶם זֶרַע נִבְחָר מַמְלֶכֶת כֹּהֲנִים וְגוֹי קָדוֹשׁ וְעַם סְגֻלָּה לְמַעַן תְּסַפְּרוּ תְּהִלּוֹת הַקּוֹרֵא אֶתְכֶם מֵחשֶׁךְ אֶל־אוֹרוֹ הַנִּפְלָא9 σεις ομως εισθε γενος εκλεκτον, βασιλειον ιερατευμα, εθνος αγιον, λαος τον οποιον απεκτησεν ο Θεος, δια να εξαγγειλητε τας αρετας εκεινου, οστις σας εκαλεσεν εκ του σκοτους εις το θαυμαστον αυτου φως?
10 אֲשֶׁר לְפָנִים לֹא־עָם הֱיִיתֶם וְעַתָּה עַם אֱלֹהִים וַאֲשֶׁר לְפָנִים לֹא רֻחָמוּ וְעַתָּה מְרֻחָמִים10 οι ποτε μη οντες λαος, τωρα δε λαος του Θεου, οι ποτε μη ηλεημενοι, τωρα δε ελεηθεντες.
11 אֲהוּבִים אַזְהִירְכֶם כְּגֵרִים וְתוֹשָׁבִים הִנָּזְרוּ מִתַּאֲוֺת הַבָּשָׂר הַמִּתְגָּרוֹת בַּנָּפֶשׁ11 Αγαπητοι, σας παρακαλω ως ξενους και παρεπιδημους, να απεχητε απο των σαρκικων επιθυμιων, αιτινες στρατευονται κατα της ψυχης,
12 וְהֵיטִיבוּ דַרְכְּכֶם בַּגּוֹיִם לְמַעַן יַבִּיטוּ אֶל־מַעֲשֵׂיכֶם הַטּוֹבִים וְהָיָה תַּחַת אֲשֶׁר חֵרְפוּ אֶתְכֶם כְּפֹעֲלֵי אָוֶן יְכַבְּדוּ אֶת־הָאֱלֹהִים בְּיוֹם הַפְּקֻדָּה12 να εχητε καλην την διαγωγην σας μεταξυ των εθνων, ινα ενω σας καταλαλουσιν ως κακοποιους, εκ των καλων εργων, οταν ιδωσιν αυτα, δοξασωσι τον Θεον εν τη ημερα της επισκεψεως.
13 וְהִכָּנְעוּ לְכָל־פְּקֻדַּת אָדָם בִּגְלַל הָאָדוֹן אִם־לַמֶּלֶךְ כָּרָאוּי לָרֹאשׁ13 Υποταχθητε λοιπον εις πασαν ανθρωπινην διαταξιν δια τον Κυριον? ειτε εις βασιλεα, ως υπερεχοντα,
14 אִם־לַמּשְׁלִים כָּרָאוּי לַשְּׁלוּחִים מֵאִתּוֹ לְנִקְמַת פֹּעֲלֵי אָוֶן וְלִתְהִלַּת עֹשֵׂי טוֹב14 ειτε εις ηγεμονας, ως δι' αυτου πεμπομενους εις εκδικησιν μεν κακοποιων, επαινον δε αγαθοποιων?
15 כִּי כֵן הוּא חֵפֶץ אֱלֹהִים אֲשֶׁר בַּעֲשׂוֹתְכֶם הַטּוֹב תִּסְכְּרוּ אֶת־פִּי אִוֶּלֶת הָאֲנָשִׁים אֲשֶׁר אֵין־בָּם דָּעַת15 διοτι ουτως ειναι το θελημα του Θεου, αγαθοποιουντες να αποστομονητε την αγνωσιαν των αφρονων ανθρωπων?
16 כַּחָפְשִׁים וְלֹא־כְאִלּוּ הָיְתָה לָכֶם הַחֵרוּת לְמִכְסֵה הָרָעָה כִּי אִם־כְּעַבְדֵי אֱלֹהִים16 ως ελευθεροι, και μη ως εχοντες την ελευθεριαν επικαλυμμα της κακιας, αλλ' ως δουλοι του Θεου.
17 נַהֲגוּ כָבוֹד בְּכָל־אִישׁ אֶהֱבוּ אֵת הָאַחִים יְראוּ אֶת־אֱלֹהִים כַּבְּדוּ אֶת־הַמֶּלֶךְ17 Παντας τιμησατε, την αδελφοτητα αγαπατε, τον Θεον φοβεισθε, τον βασιλεα τιματε.
18 הָעֲבָדִים הִכָּנְעוּ לִפְנֵי אֲדֹנֵיכֶם בְּכָל־יִרְאָה לֹא לִפְנֵי הַטּוֹבִים וְהָעֲנָוִים לְבַד כִּי אִם־גַּם־לִפְנֵי הָעִקְּשִׁים18 Οι οικεται υποτασσεσθε εν παντι φοβω εις τους κυριους σας, ου μονον εις τους αγαθους και επιεικεις, αλλα και εις τους διεστραμμενους.
19 כִּי חֶסֶד הוּא לָאִישׁ אִם־יִשְׂבַּע מַמְּרֹרִים וִיעֻנֶּה חִנָּם לְמַעַן דַּעַת הָאֱלֹהִים19 Διοτι τουτο ειναι χαρις, το να υποφερη τις λυπας δια την εις τον Θεον συνειδησιν, πασχων αδικως.
20 כִּי אִם־חָטֹא תֶחֶטְאוּ וּסְבַלְתֶּם מַכּוֹת אֶגְרוֹף מַה־תִּתְהַלָּלוּ אַךְ אִם־תְּעֻנּוּ וּסְבַלְתֶּם בַּעֲשׂוֹתְכֶם הַטּוֹב חֶסֶד הוּא מִלִּפְנֵי אֱלֹהִים20 Διοτι ποια δοξα ειναι, εαν αμαρτανοντες και ραπιζομενοι υπομενητε; εαν ομως αγαθοποιουντες και πασχοντες υπομενητε, τουτο ειναι χαρις παρα τω Θεω.
21 כִּי לָזֹאת נִקְרֵאתֶם כִּי גַם־הַמָּשִׁיחַ עֻנָּה בַעֲבוּרְכֶם וְהִשְׁאִיר לָכֶם מוֹפֵת לָלֶכֶת בְּעִקְּבוֹתָיו21 Διοτι εις τουτο προσεκληθητε, επειδη και ο Χριστος επαθεν υπερ υμων, αφινων παραδειγμα εις υμας δια να ακολουθησητε τα ιχνη αυτου?
22 אֲשֶׁר חֵטְא לֹא עָשָׂה וְלֹא מִרְמָה בְּפִיו22 οστις αμαρτιαν δεν εκαμεν, ουδε ευρεθη δολος εν τω στοματι αυτου.
23 אֲשֶׁר שָׁמַע חֶרְפָּתוֹ וְלֹא הֵשִׁיב נַעֲנָה וְלֹא גָעַר כִּי אִם־מָסַר דִּינוֹ לַשֹּׁפֵט צֶדֶק וְאֶת־חַטֹּאתֵנוּ הוּא נָשָׂא בִּגְוִיָּתוֹ עַל־הָעֵץ23 Οστις λοιδορουμενος δεν αντελοιδορει, πασχων δεν ηπειλει, αλλα παρεδιδεν εαυτον εις τον κρινοντα δικαιως?
24 לְמַעַן נִחְיֶה לַצְּדָקָה מֵאַחַר שֶׁנִּפְטַרְנוּ מִן־הַחֲטָאִים24 οστις τας αμαρτιας ημων αυτος εβαστασεν εν τω σωματι αυτου επι του ξυλου, δια να ζησωμεν εν τη δικαιοσυνη, αποθανοντες κατα τας αμαρτιας? με του οποιου την πληγην ιατρευθητε.
25 אֲשֶׁר בַּחֲבֻרָתוֹ נִרְפָּא לָכֶם כִּי הֱיִיתֶם כְּצֹאן אֹבְדוֹת וְעַתָּה שַׁבְתֶּם אֶל־הָרֹעֶה פְּקִיד נַפְשֹׁתֵיכֶם25 Διοτι υπηρχετε ως προβατα πλανωμενα, αλλα τωρα επεστραφητε εις τον ποιμενα και επισκοπον των ψυχων σας.