| 1 Διοτι πας αρχιερευς, εξ ανθρωπων λαμβανομενος, υπερ ανθρωπων καθισταται εις τα προς τον Θεον, δια να προσφερη δωρα τε και θυσιας υπερ αμαρτιων, | 1 Denn jeder aus Menschen genommene Hohepriester wird für Menschen bestellt in ihren Anliegen vor Gott, damit er Gaben und Opfer darbringe für die Sünden |
| 2 δυναμενος να συμπαθη εις τους αγνοουντας και πλανωμενους, διοτι και αυτος ειναι περιενδεδυμενος ασθενειαν? | 2 als einer, der mitzufühlen vermag mit den Unwissenden und Irrenden, da er auch selber mit Schwachheit behaftet ist. |
| 3 και δια ταυτην χρεωστει, καθως περι του λαου, ουτω και περι εαυτου να προσφερη θυσιαν υπερ αμαρτιων. | 3 Deshalb muß er wie für das Volk so auch für sich selbst Opfer darbringen um der Sünden willen. |
| 4 Και ουδεις λαμβανει την τιμην ταυτην εις εαυτον, αλλ' ο καλουμενος υπο του Θεου, καθως και ο Ααρων. | 4 Keiner nimmt sich selbst die Würde, sondern gerufen wird er von Gott wie auch Aaron. |
| 5 Ουτω και ο Χριστος δεν εδοξασεν εαυτον δια να γεινη αρχιερευς, αλλ' ο λαλησας προς αυτον? Υιος μου εισαι συ, εγω σημερον σε εγεννησα? | 5 So hat auch Christus nicht sich selbst verherrlicht, um Hoherpriester zu werden, sondern der zu ihm sprach: "Mein Sohn bist du, ich habe dich heute gezeugt" (Ps 2,7). |
| 6 καθως και αλλαχου λεγει? Συ εισαι ιερευς εις τον αιωνα κατα την ταξιν Μελχισεδεκ. | 6 So sagt er auch an einer anderen Stelle: "Du bist Priester in Ewigkeit nach der Ordnung des Melchisedech" (Ps 110,4). |
| 7 Οστις εν ταις ημεραις της σαρκος αυτου, αφου μετα κραυγης δυνατης και δακρυων προσεφερε δεησεις και ικεσιας προς τον δυναμενον να σωζη αυτον εκ του θανατου, και εισηκουσθη δια την ευλαβειαν αυτου, | 7 In den Tagen seines Fleisches hat er unter lautem Stöhnen und unter Tränen Gebete und Flehrufe vor den gebracht, der ihn vom Tode erretten konnte, und er fand Erhörung aus seiner Not; |
| 8 καιτοι ων Υιος, εμαθε την υπακοην αφ' οσων επαθε, | 8 obgleich Gottes Sohn, lernte er an dem, was er litt, den Gehorsam, |
| 9 και γενομενος τελειος, κατεσταθη αιτιος σωτηριας αιωνιου εις παντας τους υπακουοντας εις αυτον, | 9 und zur Vollendung gelangt, wurde er allen, die ihm gehorchen, Urheber ewigen Heiles, |
| 10 ονομασθεις υπο του Θεου αρχιερευς κατα την ταξιν Μελχισεδεκ? | 10 von Gott angesprochen als Hoherpriester "nach der Ordnung des Melchisedech" (Ps 110,4). |
| 11 Περι του οποιου πολλα εχομεν να ειπωμεν και δυσερμηνευτα, διοτι εγεινετε νωθροι τας ακοας. | 11 Darüber wäre noch vieles von uns zu sagen, aber es ist schwer zu erklären, da ihr träge geworden seid im Hören. |
| 12 Επειδη ενω ως προς τον καιρον επρεπε να ησθε διδασκαλοι, παλιν εχετε χρειαν του να σας διδασκη τις τα αρχικα στοιχεια των λογων του Θεου, και κατηντησατε να εχητε χρειαν γαλακτος και ουχι στερεας τροφης. | 12 Denn die ihr der Zeit nach Lehrer sein solltet, habt wieder nötig, daß man euch die Anfangsgründe der Worte Gottes lehrt, und ihr wurdet zu solchen, die Milch brauchen und nicht feste Speise. |
| 13 Διοτι πας ο μετεχων γαλακτος ειναι απειρος του λογου της δικαιοσυνης? επειδη ειναι νηπιος? | 13 Ist doch ein jeder, der noch Milch bekommt, unerfahren zu rechter Rede; er ist ja ein Kind. |
| 14 των τελειων ομως ειναι η στερεα τροφη, οιτινες δια την εξιν εχουσι τα αισθητηρια γεγυμνασμενα εις το να διακρινωσι το καλον και το κακον. | 14 Erwachsenen aber steht feste Nahrung zu, da sie durch steten Gebrauch geübte Sinne haben zur Unterscheidung zwischen Gut und Schlecht. |