SCRUTATIO

Viernes, 10 Julio 2026 - Santa Veronica Giuliani ( Letture di oggi)

ΙΩΝΑΣ - Giona - Jonah 3


font
GREEK BIBLELe Sainte Bible Vigouroux
1 Και εγεινε λογος Κυριου προς Ιωναν εκ δευτερου, λεγων,1 La parole du Seigneur fut adressée une seconde fois à Jonas, en ces termes (disant, note) :
2 Σηκωθητι, υπαγε εις Νινευη, την πολιν την μεγαλην, και κηρυξον προς αυτην το κηρυγμα, το οποιον εγω λαλω προς σε.2 Lève-toi, et va à Ninive, la grande ville, et prêches-y la prédication que je t'ordonne.
3 Και εσηκωθη ο Ιωνας και υπηγεν εις Νινευη κατα τον λογον του Κυριου. Η δε Νινευνη ητο πολις μεγαλη σφοδρα, οδου τριων ημερων?3 Jonas se leva et alla à Ninive, selon la parole du Seigneur ; or Ninive était une grande ville, de trois jours de marche.
4 Και ηρχισεν ο Ιωνας να διερχηται εις την πολιν οδον μιας ημερας και εκηρυξε και ειπεν, Ετι τεσσαρακοντα ημεραι και η Νινευη θελει καταστραφη.4 Et Jonas commença à entrer dans la ville pendant un jour de marche (à faire le chemin d'un jour) ; et il cria, en disant : Encore quarante jours, et Ninive sera détruite (renversée).
5 Και οι ανδρες της Νινευη επιστευσαν εις τον Θεον και εκηρυξαν νηστειαν και ενεδυθησαν σακκους απο μεγαλου αυτων εως μικρου αυτων?5 Les Ninivites crurent à Dieu ; ils publièrent un jeûne et se couvrirent de sacs, depuis le plus grand jusqu'au plus petit.
6 διοτι ο λογος ειχε φθασει προς τον βασιλεα της Νινευη και εσηκωθη απο του θρονου αυτου και αφηρεσε την στολην αυτου επανωθεν εαυτου και εσκεπασθη με σακκον και εκαθησεν επι σποδου.6 La chose parvint au roi de Ninive et il se leva de son trône, ôta son vêtement, se couvrit d'un sac et s'assit sur la cendre.
7 Και διεκηρυχθη και εγνωστοποιηθη εν τη Νινευη δια ψηφισματος του βασιλεως και των μεγιστανων αυτου και ελαληθη, οι ανθρωποι και τα κτηνη, οι βοες και τα προβατα, να μη γευθωσι μηδεν, μηδε να βοσκησωσι, μηδε υδωρ να πιωσιν?7 Il fit crier et publier dans Ninive cet ordre, comme venant de la bouche du roi et de ses princes : Que les hommes et les bêtes, les bœufs et les brebis ne goûtent rien ; qu'ils ne paissent point, et ne boivent pas d'eau.
8 αλλ' ανθρωπος και κτηνος να σκεπασθωσι με σακκους και να φωναξωσιν ισχυρως προς τον Θεον? και ας επιστρεψωσιν εκαστος απο της οδου αυτου της πονηρας και απο της αδικιας, ητις ειναι εν ταις χερσιν αυτων.8 Que les hommes et les bêtes soient couverts de sacs, et qu'ils crient au Seigneur avec force ; et que chacun revienne de sa voie mauvaise, et de l'iniquité qui est dans ses mains.
9 Τις εξευρει αν επιστρεψη και μεταμεληθη ο Θεος και επιστρεψη απο της οργης του θυμου αυτου και δεν απολεσθωμεν;9 Qui sait si Dieu ne se retournera pas pour pardonner, s'il n'apaisera pas la fureur de sa colère, de sorte que nous ne périssions pas ?
10 Και ειδεν ο Θεος τα εργα αυτων, οτι επεστρεψαν απο της οδου αυτων της πονηρας? και μετεμεληθη ο Θεος περι του κακου, το οποιον ειπε να καμη εις αυτους? και δεν εκαμεν αυτο.10 Dieu vit leurs œuvres, il vit qu'ils étaient revenus de leur voie mauvaise ; et il se repentit du mal qu'il avait résolu de leur faire, et il ne le fit pas.