1 Samuel 1
12345678910111213141516171819202122232425262728293031
Gen
Exod
Lev
Num
Deut
Josh
Judg
Ruth
1 Sam
2 Sam
1 Kgs
2 Kgs
1 Chr
2 Chr
Ezra
Neh
Tob
Jdt
Esth
1 Macc
2 Macc
Job
Ps
Prov
Eccl
Cant
Wis
Sir
Isa
Jer
Lam
Bar
Ezek
Dan
Hos
Joel
Amos
Obad
Jon
Mic
Nah
Hab
Zeph
Hag
Zech
Mal
Matt
Mark
Luke
John
Acts
Rom
1 Cor
2 Cor
Gal
Eph
Phil
Col
1 Thess
2 Thess
1 Tim
2 Tim
Titus
Phlm
Heb
Jas
1 Pet
2 Pet
1 John
2 John
3 John
Jude
Rev
Confronta con un'altra Bibbia
Cambia Bibbia
| Revised Standard Version Catholic Edition | GREEK BIBLE |
|---|---|
| 1 There was a certain man of Ramathaim-zophim of the hill country of Ephraim, whose name was Elkanah the son of Jeroham, son of Elihu, son of Tohu, son of Zuph, an Ephraimite. | 1 Ητο δε ανθρωπος τις εκ Ραμαθαιμ-σοφιμ, εκ του ορους Εφραιμ, και το ονομα αυτου Ελκανα, υιος του Ιεροαμ, υιου Ελιου, υιου Θοου, υιου Σουφ, Εφραθαιος. |
| 2 He had two wives; the name of the one was Hannah, and the name of the other Peninnah. And Peninnah had children, but Hannah had no children. | 2 Και ειχεν ουτος δυο γυναικας? το ονομα της μιας Αννα, και το ονομα της δευτερας Φενιννα? η μεν Φενιννα ειχε τεκνα, η δε Αννα δεν ειχε τεκνα. |
| 3 Now this man used to go up year by year from his city to worship and to sacrifice to the LORD of hosts at Shiloh, where the two sons of Eli, Hophni and Phinehas, were priests of the LORD. | 3 Ανεβαινε δε ο ανθρωπος ουτος εκ της πολεως αυτου κατ' ετος, δια να προσκυνηση και να προσφερη θυσιαν προς τον Κυριον των δυναμεων εν Σηλω. Και ησαν εκει οι δυο υιοι του Ηλει, Οφνει και Φινεες, ιερεις του Κυριου. |
| 4 On the day when Elkanah sacrificed, he would give portions to Peninnah his wife and to all her sons and daughters; | 4 Εφθασε δε η ημερα, καθ' ην εθυσιασεν ο Ελκανα και εδωκε μεριδας εις την Φενινναν την γυναικα αυτου και εις παντας τους υιους αυτης και τας θυγατερας αυτης. |
| 5 and, although he loved Hannah, he would give Hannah only one portion, because the LORD had closed her womb. | 5 εις δε την Ανναν εδωκε διπλασιαν μεριδα? διοτι ηγαπα την Ανναν? αλλ' ο Κυριος ειχε κλεισει την μητραν αυτης. |
| 6 And her rival used to provoke her sorely, to irritate her, because the LORD had closed her womb. | 6 Και η αντιζηλος αυτης παρωξυνεν αυτην σφοδρα, ωστε να καμνη αυτην να αδημονη, οτι ο Κυριος ειχε κλεισει την μητραν αυτης. |
| 7 So it went on year by year; as often as she went up to the house of the LORD, she used to provoke her. Therefore Hannah wept and would not eat. | 7 Και ουτως εκαμνε κατ' ετος? οσακις ανεβαινεν εις τον οικον του Κυριου, ουτω παρωξυνεν αυτην? και εκεινη εκλαιε και δεν ετρωγεν. |
| 8 And Elkanah, her husband, said to her, "Hannah, why do you weep? And why do you not eat? And why is your heart sad? Am I not more to you than ten sons?" | 8 Ειπε δε προς αυτην Ελκανα ο ανηρ αυτης, Αννα, δια τι κλαιεις; και δια τι δεν τρωγεις; και δια τι η καρδια σου ειναι τεθλιμμενη; δεν ειμαι εγω εις σε καλητερος παρα δεκα υιους; |
| 9 After they had eaten and drunk in Shiloh, Hannah rose. Now Eli the priest was sitting on the seat beside the doorpost of the temple of the LORD. | 9 Και εσηκωθη η Αννα, αφου εφαγον εν Σηλω και αφου επιον? ο δε Ηλει ο ιερευς εκαθητο επι καθεδρας, πλησιον του παραστατου της πυλης του ναου του Κυριου. |
| 10 She was deeply distressed and prayed to the LORD, and wept bitterly. | 10 Και αυτη ητο καταπικραμενη την ψυχην και προσηυχετο εις τον Κυριον, κλαιουσα καθ' υπερβολην. |
| 11 And she vowed a vow and said, "O LORD of hosts, if thou wilt indeed look on the affliction of thy maidservant, and remember me, and not forget thy maidservant, but wilt give to thy maidservant a son, then I will give him to the LORD all the days of his life, and no razor shall touch his head." | 11 Και ηυχηθη ευχην, λεγουσα, Κυριε των δυναμεων, εαν επιβλεψης τωοντι εις την ταπεινωσιν της δουλης σου και με ενθυμηθης και δεν λησμονησης την δουλην σου, αλλα δωσης εις την δουλην σου τεκνον αρσενικον, τοτε θελω δωσει αυτο εις τον Κυριον πασας τας ημερας της ζωης αυτου, και ξυραφιον δεν θελει αναβη επι την κεφαλην αυτου. |
| 12 As she continued praying before the LORD, Eli observed her mouth. | 12 Ενω δε αυτη εξηκολουθει προσευχομενη ενωπιον του Κυριου, ο Ηλει παρετηρει το στομα αυτης. |
| 13 Hannah was speaking in her heart; only her lips moved, and her voice was not heard; therefore Eli took her to be a drunken woman. | 13 Πλην η Αννα αυτη ελαλει εν τη καρδια αυτης? μονον τα χειλη αυτης εκινουντο, αλλ' η φωνη αυτης δεν ηκουετο? οθεν ο Ηλει ενομισεν οτι ητο μεθυσμενη. |
| 14 And Eli said to her, "How long will you be drunken? Put away your wine from you." | 14 Και ειπε προς αυτην ο Ηλει, Εως ποτε θελεις εισθαι μεθυουσα; αποβαλε τον οινον σου απο σου. |
| 15 But Hannah answered, "No, my lord, I am a woman sorely troubled; I have drunk neither wine nor strong drink, but I have been pouring out my soul before the LORD. | 15 Και απεκριθη η Αννα και ειπεν, Ουχι, κυριε μου, εγω ειμαι γυνη κατατεθλιμμενη την ψυχην? ουτε οινον ουτε σικερα δεν επιον, αλλ' εξεχεα την ψυχην μου ενωπιον του Κυριου? |
| 16 Do not regard your maidservant as a base woman, for all along I have been speaking out of my great anxiety and vexation." | 16 μη υπολαβης την δουλην σου ως αχρειαν γυναικα? διοτι εκ του πληθους του πονου μου και της θλιψεως μου ελαλησα εως τωρα. |
| 17 Then Eli answered, "Go in peace, and the God of Israel grant your petition which you have made to him." | 17 Τοτε απεκριθη ο Ηλει και ειπεν, Υπαγε εις ειρηνην? και ο Θεος του Ισραηλ ας σοι δωση την αιτησιν σου, την οποιαν ητησας παρ' αυτου. |
| 18 And she said, "Let your maidservant find favor in your eyes." Then the woman went her way and ate, and her countenance was no longer sad. | 18 Η δε ειπεν, Ειθε η δουλη σου να ευρη χαριν εις τους οφθαλμους σου. Τοτε απηλθεν η γυνη εις την οδον αυτης και εφαγε, και το προσωπον αυτης δεν ητο πλεον σκυθρωπον. |
| 19 They rose early in the morning and worshiped before the LORD; then they went back to their house at Ramah. And Elkanah knew Hannah his wife, and the LORD remembered her; | 19 Και το πρωι εσηκωθησαν ενωρις, και προσκυνησαντες ενωπιον του Κυριου, επεστρεψαν και ηλθον εις την οικιαν αυτων εις Ραμαθ. Και ο Ελκανα εγνωρισεν Ανναν την γυναικα αυτου? και ο Κυριος ενεθυμηθη αυτην. |
| 20 and in due time Hannah conceived and bore a son, and she called his name Samuel, for she said, "I have asked him of the LORD." | 20 Και οτε επληρωθησαν αι ημεραι αφοτου η Αννα συνελαβεν, εγεννησεν υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Σαμουηλ, Διοτι παρα Κυριου ητησα αυτον, ειπε. |
| 21 And the man Elkanah and all his house went up to offer to the LORD the yearly sacrifice, and to pay his vow. | 21 Και ανεβη ο ανθρωπος Ελκανα και πας ο οικος αυτου, δια να προσφερη προς τον Κυριον την ετησιον θυσιαν και την ευχην αυτου. |
| 22 But Hannah did not go up, for she said to her husband, "As soon as the child is weaned, I will bring him, that he may appear in the presence of the LORD, and abide there for ever." | 22 Αλλ' η Αννα δεν ανεβη? διοτι ειπε προς τον ανδρα αυτης, Δεν θελω αναβη εωσου το παιδιον απογαλακτισθη? και τοτε θελω φερει αυτο, δια να εμφανισθη ενωπιον του Κυριου και εκει να κατοικη διαπαντος. |
| 23 Elkanah her husband said to her, "Do what seems best to you, wait until you have weaned him; only, may the LORD establish his word." So the woman remained and nursed her son, until she weaned him. | 23 Και ειπε προς αυτην Ελκανα ο ανηρ αυτης, Καμε ο, τι σοι φαινεται καλον? καθου εωσου απογαλακτισης αυτο? μονον ο Κυριος να εκπληρωση τον λογον αυτου. Και εκαθισεν η γυνη και εθηλαζε τον υιον αυτης, εωσου απεγαλακτισεν αυτον. |
| 24 And when she had weaned him, she took him up with her, along with a three-year-old bull, an ephah of flour, and a skin of wine; and she brought him to the house of the LORD at Shiloh; and the child was young. | 24 Και αφου απεγαλακτισεν αυτον, ανεβιβασεν αυτον μεθ' εαυτης, μετα τριων μοσχων και ενος εφα αλευρου και ασκου οινου, και εφερεν αυτον εις τον οικον του Κυριου εν Σηλω? το δε παιδιον ητο μικρον. |
| 25 Then they slew the bull, and they brought the child to Eli. | 25 Και εσφαξαν τον μοσχον και εφεραν το παιδιον προς τον Ηλει. |
| 26 And she said, "Oh, my lord! As you live, my lord, I am the woman who was standing here in your presence, praying to the LORD. | 26 Και ειπεν η Αννα, Ω, κυριε μου ζη η ψυχη σου, κυριε μου, εγω ειμαι η γυνη, ητις εσταθη ενταυθα πλησιον σου, δεομενη του Κυριου? |
| 27 For this child I prayed; and the LORD has granted me my petition which I made to him. | 27 περι του παιδιου τουτου εδεομην? και ο Κυριος εδωκεν εις εμε την αιτησιν μου, την οποιαν ητησα παρ' αυτου? |
| 28 Therefore I have lent him to the LORD; as long as he lives, he is lent to the LORD." And they worshipped the LORD there. | 28 οθεν και εγω εδανεισα αυτο εις τον Κυριον? πασας τας ημερας της ζωης αυτου θελει εισθαι δανεισμενον εις τον Κυριον. Και προσεκυνησεν εκει τον Κυριον. |