| 1 και ην ο αριθμος των υιων ισραηλ ως η αμμος της θαλασσης η ουκ εκμετρηθησεται ουδε εξαριθμηθησεται και εσται εν τω τοπω ου ερρεθη αυτοις ου λαος μου υμεις εκει κληθησονται υιοι θεου ζωντος | 1 Dizei a vossos irmãos: Vós sois o meu povo; — e a vossa irmã: Tu alcançaste misericórdia. |
| 2 και συναχθησονται οι υιοι ιουδα και οι υιοι ισραηλ επι το αυτο και θησονται εαυτοις αρχην μιαν και αναβησονται εκ της γης οτι μεγαλη η ημερα του ιεζραελ | 2 Levai a juízo a vossa mãe, levai-a a juízo, porque ela não é mais minha esposa, nem eu seu esposo. Tire ela as suas fornicações da sua face, e os seus adultérios do meio de seus seios, |
| 3 ειπατε τω αδελφω υμων λαος-μου και τη αδελφη υμων ηλεημενη | 3 para que não suceda que eu a despoje, ficando ela nua, que a ponha no estado em que se encontrava no dia do seu nascimento, que a torne semelhante a um deserto, a transforme numa terra ressequida e a mate à sede. |
| 4 κριθητε προς την μητερα υμων κριθητε οτι αυτη ου γυνη μου και εγω ουκ ανηρ αυτης και εξαρω την πορνειαν αυτης εκ προσωπου μου και την μοιχειαν αυτης εκ μεσου μαστων αυτης | 4 Não me compadecerei dos seus filhos, porque são filhos da prostituição. |
| 5 οπως αν εκδυσω αυτην γυμνην και αποκαταστησω αυτην καθως ημερα γενεσεως αυτης και θησομαι αυτην ως ερημον και ταξω αυτην ως γην ανυδρον και αποκτενω αυτην εν διψει | 5 Com efeito, sua mãe prostituiu-se (idolatrando), aquela que os concebeu conduziu-se mal e disse: Irei após os meus amantes (ou ídolos), que me dão o meu pão e a minha água, a minha lã e o meu linho, o meu azeite e a minha bebida. |
| 6 και τα τεκνα αυτης ου μη ελεησω οτι τεκνα πορνειας εστιν | 6 Por isso vou fechar-lhe o caminho com uma sebe de espinhos; cercá-lo-ei com um muro, e ela não encontrará as suas veredas. |
| 7 οτι εξεπορνευσεν η μητηρ αυτων κατησχυνεν η τεκουσα αυτα ειπεν γαρ ακολουθησω οπισω των εραστων μου των διδοντων μοι τους αρτους μου και το υδωρ μου και τα ιματια μου και τα οθονια μου και το ελαιον μου και παντα οσα μοι καθηκει | 7 Irá em seguimento dos (ídolos) seus amantes, mas não os alcançará; buscá-los, mas não os encontrará. Dirá então: Irei e voltarei para o meu primeiro (legítimo) esposo, porque então eu era mais feliz do que agora. |
| 8 δια τουτο ιδου εγω φρασσω την οδον αυτης εν σκολοψιν και ανοικοδομησω τας οδους αυτης και την τριβον αυτης ου μη ευρη | 8 Ela não reconheceu que fui eu (e não os ídolos) que lhe dei o trigo, o vinho e o azeite, e que lhe prodigalizei a prata e o ouro, que, ofereceram a Baal. |
| 9 και καταδιωξεται τους εραστας αυτης και ου μη καταλαβη αυτους και ζητησει αυτους και ου μη ευρη αυτους και ερει πορευσομαι και επιστρεψω προς τον ανδρα μου τον προτερον οτι καλως μοι ην τοτε η νυν | 9 Por isso (mudarei agora de proceder a seu respeito), ou tomarei o meu trigo a seu tempo, e o meu vinho na estação própria, e tirarei (das suas mãos) a minha lã e o meu linho, que cobrem a sua nudez. |
| 10 και αυτη ουκ εγνω οτι εγω δεδωκα αυτη τον σιτον και τον οινον και το ελαιον και αργυριον επληθυνα αυτη αυτη δε αργυρα και χρυσα εποιησεν τη βααλ | 10 Agora descobrirei a sua vergonha aos olhos dos seus amantes (que em nada lhe podem valer), e ninguém a livrará da minha mão; |
| 11 δια τουτο επιστρεψω και κομιουμαι τον σιτον μου καθ' ωραν αυτου και τον οινον μου εν καιρω αυτου και αφελουμαι τα ιματια μου και τα οθονια μου του μη καλυπτειν την ασχημοσυνην αυτης | 11 farei cessar todos os seus divertimentos, as suas solenidades, as suas neoménias, os seus sábados e todas as suas festas. |
| 12 και νυν αποκαλυψω την ακαθαρσιαν αυτης ενωπιον των εραστων αυτης και ουδεις ου μη εξεληται αυτην εκ χειρος μου | 12 Destruirei as suas vinhas e as suas figueiras, de que ela disse: Estas são as recompensas que me deram os meus amantes — e reduzi-la-ei a um matagal, e devorá-la-ão os animais selvagens. |
| 13 και αποστρεψω πασας τας ευφροσυνας αυτης εορτας αυτης και τας νουμηνιας αυτης και τα σαββατα αυτης και πασας τας πανηγυρεις αυτης | 13 Castigá-la-ei pelos dias em que prestou culto aos Baais, (ou aos ídolos), queimando-lhes incenso, enquanto se enfeitava com as suas arrecadas e com os seus colares e ia após os seus amantes, esquecendo-se de mim, diz o Senhor. |
| 14 και αφανιω αμπελον αυτης και τας συκας αυτης οσα ειπεν μισθωματα μου ταυτα εστιν α εδωκαν μοι οι ερασται μου και θησομαι αυτα εις μαρτυριον και καταφαγεται αυτα τα θηρια του αγρου και τα πετεινα του ουρανου και τα ερπετα της γης | 14 Por isso a atrairei, conduzi-la-ei à soledade e falar-lhe-ei ao coração. |
| 15 και εκδικησω επ' αυτην τας ημερας των βααλιμ εν αις επεθυεν αυτοις και περιετιθετο τα ενωτια αυτης και τα καθορμια αυτης και επορευετο οπισω των εραστων αυτης εμου δε επελαθετο λεγει κυριος | 15 Dar-lhe-ei a suas vinhas e o vale de Acor, como porta de esperança; ali cantará (hinos a Deus) como nos dias da sua juventude, e como nos dias em que subiu da terra do Egipto. |
| 16 δια τουτο ιδου εγω πλανω αυτην και ταξω αυτην εις ερημον και λαλησω επι την καρδιαν αυτης | 16 Nesse dia, diz o Senhor, ela me chamará: Meu esposo — ; não me chamará mais: Meu Baal (como aos seus ídolos). |
| 17 και δωσω αυτη τα κτηματα αυτης εκειθεν και την κοιλαδα αχωρ διανοιξαι συνεσιν αυτης και ταπεινωθησεται εκει κατα τας ημερας νηπιοτητος αυτης και κατα τας ημερας αναβασεως αυτης εκ γης αιγυπτου | 17 Tirarei da sua boca os nomes dos Baais, para que nunca mais sejam pronunciados os seus nomes. |
| 18 και εσται εν εκεινη τη ημερα λεγει κυριος καλεσει με ο ανηρ μου και ου καλεσει με ετι βααλιμ | 18 Farei aliança para eles naquele dia com os animais selvagens, com as aves do céu e com os répteis da terra; tirarei do país o arco, a espada e a guerra, e fá-los-ei repousar com toda a segurança. |
| 19 και εξαρω τα ονοματα των βααλιμ εκ στοματος αυτης και ου μη μνησθωσιν ουκετι τα ονοματα αυτων | 19 Então me desposarei contigo para sempre, desposar-me-ei contigo na justiça e no direito, na misericórdia e no amor; |
| 20 και διαθησομαι αυτοις εν εκεινη τη ημερα διαθηκην μετα των θηριων του αγρου και μετα των πετεινων του ουρανου και μετα των ερπετων της γης και τοξον και ρομφαιαν και πολεμον συντριψω απο της γης και κατοικιω σε επ' ελπιδι | 20 desposar-me-ei contigo com uma inviolável fidelidade, e saberás que eu sou o Senhor. |
| 21 και μνηστευσομαι σε εμαυτω εις τον αιωνα και μνηστευσομαι σε εμαυτω εν δικαιοσυνη και εν κριματι και εν ελεει και εν οικτιρμοις | 21 Nesse dia atenderei, diz o Senhor, atenderei os céus, e eles atenderão a terra; |
| 22 και μνηστευσομαι σε εμαυτω εν πιστει και επιγνωση τον κυριον | 22 a terra atenderá o trigo, o mosto e o azeite, e estas coisas atenderão Jezrael. |
| 23 και εσται εν εκεινη τη ημερα λεγει κυριος επακουσομαι τω ουρανω και ο ουρανος επακουσεται τη γη | 23 Farei dela, para mim, no país, um terreno de sementeira, compadecer-me-ei daquela (nação) que se chamava Sem-misericórdia. |
| 24 και η γη επακουσεται τον σιτον και τον οινον και το ελαιον και αυτα επακουσεται τω ιεζραελ | 24 Direi ao que se chamava Não-meu-povo: Tu és o meu povo. E ele me dirá: Tu és o meu Deus. |
| 25 και σπερω αυτην εμαυτω επι της γης και ελεησω την ουκ-ηλεημενην και ερω τω ου-λαω-μου λαος μου ει συ και αυτος ερει κυριος ο θεος μου ει συ | |