SCRUTATIO

Domenica, 12 luglio 2026 - Santa Veronica ( Letture di oggi)

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α´ - 1 Maccabei - Maccabees I 16


font
LXXBiblia Matos Soares
1 και ανεβη ιωαννης εκ γαζαρων και απηγγειλεν σιμωνι τω πατρι αυτου α συνετελεσεν κενδεβαιος1 Tendo João ido de Gazara, contou a seu pai tudo o que Cendebeu estava a fazer.
2 και εκαλεσεν σιμων τους δυο υιους αυτου τους πρεσβυτερους ιουδαν και ιωαννην και ειπεν αυτοις εγω και οι αδελφοι μου και ο οικος του πατρος μου επολεμησαμεν τους πολεμους ισραηλ απο νεοτητος εως της σημερον ημερας και ευοδωθη εν ταις χερσιν ημων ρυσασθαι τον ισραηλ πλεονακις2 Simão mandou vir os seus dois filhos mais velhos, Judas e João, e disse-lhes: Eu, meus Irmãos e a casa de meu pai, temos resistido aos inimigos de Israel, desde a nossa mocidade até ao dia de hoje, e conseguimos, muitas vezes, livrar Israel.
3 νυνι δε γεγηρακα και υμεις δε εν τω ελεει ικανοι εστε εν τοις ετεσιν γινεσθε αντ' εμου και του αδελφου μου και εξελθοντες υπερμαχειτε υπερ του εθνους ημων η δε εκ του ουρανου βοηθεια εστω μεθ' υμων3 Agora, porém, estou velho, mas vós graças a Deus, já tendes a idade necessária: tomai o meu lugar e o de meu irmão, e ide pelejar pelo nosso povo. O socorro do céu seja convosco.
4 και επελεξεν εκ της χωρας εικοσι χιλιαδας ανδρων πολεμιστων και ιππεις και επορευθησαν επι τον κενδεβαιον και εκοιμηθησαν εν μωδειν4 Depois disto escolheu (João) de todo o país vinte mil homens de guerra e cavaleiros, os quais marcharam contra Cendebeu e pernoitaram em Modin.
5 και ανασταντες το πρωι επορευθησαν εις το πεδιον και ιδου δυναμις πολλη εις συναντησιν αυτοις πεζικη και ιππεις και χειμαρρους ην ανα μεσον αυτων5 Levantaram-se ao romper da manhã e marcharam para o campo. E eis que vinha ao seu encontro um grosso exército de infantaria e cavalaria. Separava-os uma torrente.
6 και παρενεβαλε κατα προσωπον αυτων αυτος και ο λαος αυτου και ειδεν τον λαον δειλουμενον διαπερασαι τον χειμαρρουν και διεπερασεν πρωτος και ειδον αυτον οι ανδρες και διεπερασαν κατοπισθεν αυτου6 (João) avançou com as suas tropas para os atacar, mas, vendo que elas estavam receosas de passar a torrente, passou-a ele primeiro; quando os outros o viram passar, logo passaram atrás dele.
7 και διειλεν τον λαον και τους ιππεις εν μεσω των πεζων ην δε ιππος των υπεναντιων πολλη σφοδρα7 Dividiu a sua gente, colocando cavalaria no meio da infantaria, porque a cavalaria dos inimigos era muito numerosa.
8 και εσαλπισαν ταις σαλπιγξιν και ετροπωθη κενδεβαιος και η παρεμβολη αυτου και επεσον εξ αυτων τραυματιαι πολλοι οι δε καταλειφθεντες εφυγον εις το οχυρωμα8 Fizeram soar as trombetas sagradas, e Cendebeu foi derrotado com as suas tropas; caíram feridos muitos deles, e o resto refugiou-se na fortaleza.
9 τοτε ετραυματισθη ιουδας ο αδελφος ιωαννου ιωαννης δε κατεδιωξεν αυτους εως ηλθεν εις κεδρων ην ωκοδομησεν9 Nesta ocasião foi ferido Judas, irmão de João; porém João perseguiu os inimigos até chegar a Cedron, que (Cendebeu) tinha edificado.
10 και εφυγον εις τους πυργους τους εν τοις αγροις αζωτου και ενεπυρισεν αυτην εν πυρι και επεσον εξ αυτων εις ανδρας δισχιλιους και απεστρεψεν εις την ιουδαιαν μετα ειρηνης10 Muitos fugiram para as torres que havia na campina de Azot, mas João fê-las queimar. Morreram deles dois mil homens, e João voltou para a Judeia.
11 και πτολεμαιος ο του αβουβου ην καθεσταμενος στρατηγος εις το πεδιον ιεριχω και εσχεν αργυριον και χρυσιον πολυ11 Ptolomeu, filho de Abobo, havia sido feito governador militar da planície de Jericó; tinha muita prata e muito ouro,
12 ην γαρ γαμβρος του αρχιερεως12 porque era genro do sumo sacerdote.
13 και υψωθη η καρδια αυτου και εβουληθη κατακρατησαι της χωρας και εβουλευετο δολω κατα σιμωνος και των υιων αυτου αραι αυτους13 O seu coração encheu-se de soberba; queria tornar-se senhor do país e andava maquinando uma traição contra Simão e seus filhos para os matar.
14 σιμων δε ην εφοδευων τας πολεις τας εν τη χωρα και φροντιζων της επιμελειας αυτων και κατεβη εις ιεριχω αυτος και ματταθιας και ιουδας οι υιοι αυτου ετους εβδομου και εβδομηκοστου και εκατοστου εν μηνι ενδεκατω ουτος ο μην σαβατ14 Ora, percorrendo Simão as cidades da Judeia e tratando cuidadosamente do seu bem-estar. baixou a Jericó com Matatias, seu filho, e Judas, no ano cento e setenta e sete, no undécimo mês, que é o mês de Sabat.
15 και υπεδεξατο αυτους ο του αβουβου εις το οχυρωματιον το καλουμενον δωκ μετα δολου ο ωκοδομησεν και εποιησεν αυτοις ποτον μεγαν και ενεκρυψεν εκει ανδρας15 O filho de Abobo recebeu-os com má tenção num pequeno forte, chamado Doc, que tinha edificado; mandou-lhes fazer um grande banquete, mas pôs alguns homens escondidos.
16 και οτε εμεθυσθη σιμων και οι υιοι αυτου εξανεστη πτολεμαιος και οι παρ' αυτου και ελαβον τα οπλα αυτων και επεισηλθον τω σιμωνι εις το συμποσιον και απεκτειναν αυτον και τους δυο υιους αυτου και τινας των παιδαριων αυτου16 Quando Simão e seus filhos tinham bebido bem, Ptolomeu e os seus homens levantaram-se, tomaram as suas armas, acometeram Simão na sala do banquete e mataram-no, assim como aos seus dois filhos e a alguns dos seus criados.
17 και εποιησεν αθεσιαν μεγαλην και απεδωκεν κακα αντι αγαθων17 Deste modo cometeu Ptolomeu em Israel uma grande perfídia e tornou mal por bem.
18 και εγραψεν ταυτα πτολεμαιος και απεστειλεν τω βασιλει οπως αποστειλη αυτω δυναμεις εις βοηθειαν και παραδω την χωραν αυτων και τας πολεις18 Ptolomeu escreveu isto ao rei, pedindo-lhe que lhe enviasse um exército em seu socorro, a fim de lhe entregar o país e as suas cidades.
19 και απεστειλεν ετερους εις γαζαρα αραι τον ιωαννην και τοις χιλιαρχοις απεστειλεν επιστολας παραγενεσθαι προς αυτον οπως δω αυτοις αργυριον και χρυσιον και δοματα19 Ao mesmo tempo mandou outros a Gazara, para matarem João, e enviou cartas aos tribunos para que viessem unir-se com ele, prometendo que lhes daria prata, ouro e presentes.
20 και ετερους απεστειλεν καταλαβεσθαι την ιερουσαλημ και το ορος του ιερου20 E mandou outros para que se apoderassem de Jerusalém e do monte do templo.
21 και προδραμων τις απηγγειλεν ιωαννη εις γαζαρα οτι απωλετο ο πατηρ αυτου και οι αδελφοι αυτου και οτι απεσταλκεν και σε αποκτειναι21 Mas, antecipando-se a eles certo homem, foi anunciar a João, em Gazara. que seu pai e seus irmãos tinham Sido mortos e que (Ptolomeu) enviara gente para o matar também a ele.
22 και ακουσας εξεστη σφοδρα και συνελαβεν τους ανδρας τους ελθοντας απολεσαι αυτον και απεκτεινεν αυτους επεγνω γαρ οτι εζητουν αυτον απολεσαι22 João, logo que ouviu isto, ficou fora de si. Apoderou-se dos que vinham matá-lo, e mandou-lhes tirar a vida, porque sabia que traziam tenção de o matar.
23 και τα λοιπα των λογων ιωαννου και των πολεμων αυτου και των ανδραγαθιων αυτου ων ηνδραγαθησεν και της οικοδομης των τειχων ων ωκοδομησεν και των πραξεων αυτου23 O resto dos actos de João, das suas guerras, das empresas em que valorosamente se portou, da reedificação dos muros que construiu e de todas as suas acções,
24 ιδου ταυτα γεγραπται επι βιβλιω ημερων αρχιερωσυνης αυτου αφ' ου εγενηθη αρχιερευς μετα τον πατερα αυτου .24 tudo está escrito no livro dos anais do seu pontificado, começando desde o tempo em que foi constituído sumo pontífice, em lugar de seu pai.