SCRUTATIO

Mercoledi, 8 luglio 2026 - Santi Aquila e Priscilla ( Letture di oggi)

ΙΟΥΔΙΘ - Giuditta - Judith 5


font
LXXBiblia Matos Soares
1 και ανηγγελη ολοφερνη αρχιστρατηγω δυναμεως ασσουρ διοτι οι υιοι ισραηλ παρεσκευασαντο εις πολεμον και τας διοδους της ορεινης συνεκλεισαν και ετειχισαν πασαν κορυφην ορους υψηλου και εθηκαν εν τοις πεδιοις σκανδαλα1 Avisaram Holofernes, chefe do exército dos Assírios, de que os filhos de Israel se preparavam para resistir e que tinham fechado as passagens dos montes.
2 και ωργισθη θυμω σφοδρα και εκαλεσεν παντας τους αρχοντας μωαβ και τους στρατηγους αμμων και παντας σατραπας της παραλιας2 Cheio de furor e inflamado de grande cólera, chamou todos os príncipes de Moab e os chefes dos Amonitas,
3 και ειπεν αυτοις αναγγειλατε δη μοι υιοι χανααν τις ο λαος ουτος ο καθημενος εν τη ορεινη και τινες ας κατοικουσιν πολεις και το πληθος της δυναμεως αυτων και εν τινι το κρατος αυτων και η ισχυς αυτων και τις ανεστηκεν επ' αυτων βασιλευς ηγουμενος στρατιας αυτων3 e disse-lhes: Dizei-me que povo é este, que ocupa os montes, quais e quantas são as suas cidades, qual é a sua força e o seu número, qual é o general do seu exército,
4 και δια τι κατενωτισαντο του μη ελθειν εις απαντησιν μοι παρα παντας τους κατοικουντας εν δυσμαις4 e por que motivo, dentre todos os que habitam no Oriente, estes nos desprezaram e não vieram ao nosso encontro, para nos receberem em paz?
5 και ειπεν προς αυτον αχιωρ ο ηγουμενος παντων υιων αμμων ακουσατω δη λογον ο κυριος μου εκ στοματος του δουλου σου και αναγγελω σοι την αληθειαν περι του λαου τουτου ος κατοικει την ορεινην ταυτην πλησιον σου οικουντος και ουκ εξελευσεται ψευδος εκ του στοματος του δουλου σου5 Então Aquior, chefe de todos os filhos de Amon, respondeu; Meu senhor, se te dignas ouvir-me, eu te direi a verdade na tua presença, relativamente a este povo, que habita nos montes; da minha boca não sairá palavra falsa.
6 ο λαος ουτος εισιν απογονοι χαλδαιων6 Este povo é da raça dos Caldeus;
7 και παρωκησαν το προτερον εν τη μεσοποταμια οτι ουκ εβουληθησαν ακολουθησαι τοις θεοις των πατερων αυτων οι εγενοντο εν γη χαλδαιων7 habitou primeiramente na Mesopotâmia. porque não quiseram seguir os deuses de seus pais, que moravam na terra dos Caldeus.
8 και εξεβησαν εξ οδου των γονεων αυτων και προσεκυνησαν τω θεω του ουρανου θεω ω επεγνωσαν και εξεβαλον αυτους απο προσωπου των θεων αυτων και εφυγον εις μεσοποταμιαν και παρωκησαν εκει ημερας πολλας8 Abandonados os ritos de seus pais, que prestavam culto a muitos deuses,
9 και ειπεν ο θεος αυτων εξελθειν εκ της παροικιας αυτων και πορευθηναι εις γην χανααν και κατωκησαν εκει και επληθυνθησαν χρυσιω και αργυριω και εν κτηνεσιν πολλοις σφοδρα9 adoraram um só Deus do céu, o qual lhe mandou que saíssem dali e que fossem habitar em Canan (ou Canaan). Quando sobreveio em todo o país uma grande fome, desceram ao Egipto, e ali, durante quatrocentos anos, multiplicaram-se de tal sorte que o seu exército era inumerável.
10 και κατεβησαν εις αιγυπτον εκαλυψεν γαρ το προσωπον της γης χανααν λιμος και παρωκησαν εκει μεχρις ου διετραφησαν και εγενοντο εκει εις πληθος πολυ και ουκ ην αριθμος του γενους αυτων10 Como o rei do Egipto os tratasse duramente, sujeitando-os a trabalhar em barro e ladrilhos para edificar as suas cidades, clamaram ao seu Senhor, e este feriu toda a terra do Egipto com várias pragas.
11 και επανεστη αυτοις ο βασιλευς αιγυπτου και κατεσοφισατο αυτους εν πονω και πλινθω εταπεινωσαν αυτους και εθεντο αυτους εις δουλους11 A praga cessou, quando os Egípcios os expulsaram da sua terra. Porém quiseram outra vez sujeitá-los e reduzi-los à sua escravidão.
12 και ανεβοησαν προς τον θεον αυτων και επαταξεν πασαν την γην αιγυπτου πληγαις εν αις ουκ ην ιασις και εξεβαλον αυτους οι αιγυπτιοι απο προσωπου αυτων12 Então os Israelitas fugiram; entretanto o Deus do céu abriu-lhes o mar, de modo que duma e outra parte as águas tornaram-se sólidas como um muro, e eles passaram, em pé enxuto, o fundo do mar.
13 και κατεξηρανεν ο θεος την ερυθραν θαλασσαν εμπροσθεν αυτων13 Na ocasião em que o inumerável exército dos Egípcios ia em alcance deles, neste lugar, foi de tal modo submergido pelas águas, que não escapou nem sequer um, que contasse à sua posteridade o acontecimento.
14 και ηγαγεν αυτους εις οδον του σινα και καδης βαρνη και εξεβαλον παντας τους κατοικουντας εν τη ερημω14 Depois de saírem do Mar Vermelho, acamparam nos desertos do monte Sinai, onde nunca homem algum pôde habitar, onde ninguém se pôde fixar.
15 και ωκησαν εν γη αμορραιων και παντας τους εσεβωνιτας εξωλεθρευσαν εν τη ισχυι αυτων και διαβαντες τον ιορδανην εκληρονομησαν πασαν την ορεινην15 Ali as fontes amargosas tornaram-se doces para eles beberem, e por espaço de quarenta anos receberam do céu o alimento.
16 και εξεβαλον εκ προσωπου αυτων τον χαναναιον και τον φερεζαιον και τον ιεβουσαιον και τον συχεμ και παντας τους γεργεσαιους και κατωκησαν εν αυτη ημερας πολλας16 Em toda a parte onde entraram sem arco e sem frecha, sem escudo e sem espada, o seu Deus pelejou a favor deles e venceu.
17 και εως ουχ ημαρτον ενωπιον του θεου αυτων ην μετ' αυτων τα αγαθα οτι θεος μισων αδικιαν μετ' αυτων εστιν17 Não houve ninguém que insultasse este povo, senão quando ele se apartou do culto do Senhor, seu Deus.
18 οτε δε απεστησαν απο της οδου ης διεθετο αυτοις εξωλεθρευθησαν εν πολλοις πολεμοις επι πολυ σφοδρα και ηχμαλωτευθησαν εις γην ουκ ιδιαν και ο ναος του θεου αυτων εγενηθη εις εδαφος και αι πολεις αυτων εκρατηθησαν υπο των υπεναντιων18 Porém, todas as vezes que eles adoraram outro deus, que não fosse o seu, foram entregues ao roubo, à espada e ao opróbrio.
19 και νυν επιστρεψαντες επι τον θεον αυτων ανεβησαν εκ της διασπορας ου διεσπαρησαν εκει και κατεσχον την ιερουσαλημ ου το αγιασμα αυτων και κατωκισθησαν εν τη ορεινη οτι ην ερημος19 E todas as vezes que se arrependeram de ter abandonado o culto do seu Deus, o Deus do céu lhes deu forças para resistirem.
20 και νυν δεσποτα κυριε ει μεν εστιν αγνοημα εν τω λαω τουτω και αμαρτανουσιν εις τον θεον αυτων και επισκεψομεθα οτι εστιν εν αυτοις σκανδαλον τουτο και αναβησομεθα και εκπολεμησομεν αυτους20 Por último derrotaram os reis Cananeus, Jebuseus, Fereseus, Heteus, Heveus, Amorreus, todos os poderosos de Hesebon, o tomaram posse das suas terras e das suas cidades.
21 ει δ' ουκ εστιν ανομια εν τω εθνει αυτων παρελθετω δη ο κυριος μου μηποτε υπερασπιση ο κυριος αυτων και ο θεος αυτων υπερ αυτων και εσομεθα εις ονειδισμον εναντιον πασης της γης21 Enquanto não pecaram contra o seu Deus, eram felizes, porque o seu Deus aborrece a iniquidade.
22 και εγενετο ως επαυσατο αχιωρ λαλων τους λογους τουτους και εγογγυσεν πας ο λαος ο κυκλων την σκηνην και περιεστως και ειπαν οι μεγιστανες ολοφερνου και παντες οι κατοικουντες την παραλιαν και την μωαβ συγκοψαι αυτον22 Ainda há poucos anos, tendo-se desviado do caminho, em que Deus lhes ordenara que andassem, foram dispersos em batalhas por muitas nações, e muitos deles foram levados cativos para uma terra estranha.
23 ου γαρ φοβηθησομεθα απο υιων ισραηλ ιδου γαρ λαος εν ω ουκ εστιν δυναμις ουδε κρατος εις παραταξιν ισχυραν23 Mas agora há pouco, tendo-se voltado para o Senhor seu Deus, tornaram-se a juntar dos lugares, por onde tinham sido dispersos, retomaram a posse das suas montanhas, assim como de Jerusalém, onde têm o seu santuário.
24 διο δη αναβησομεθα και εσονται εις καταβρωσιν πασης της στρατιας σου δεσποτα ολοφερνη24 Agora, pois, meu senhor, informa-te se este povo cometeu algum pecado na presença do seu Deus; (se cometeu) marchemos contra eles, porque o seu Deus, sem dúvida, os entregará nas tuas mãos, e ficarão sujeitos debaixo do teu poder;
25 mas se este povo não ofendeu o seu Deus, nós não lhe poderemos resistir, porque o seu Deus os defenderá, e nós seremos o opróbrio de toda a terra.
26 Quando Aquior acabou de falar, todos os magnatas de Holofernes, encolerizados, pensavam em o matar, dizendo uns para os outros:
27 Quem é este que ousa dizer que os filhos de Israel podem resistir ao rei Nabucodonosor e aos seus exércitos, sendo eles homens sem armas, sem forças e desconhecedores da arte da guerra?
28 Ora, para que Aquior conheça que nos engana, subamos aos montes; depois que forem tomados os valentes dentre eles, então o passaremos com eles ao fio da espada,
29 a fim de que toda a gente saiba que Nabucodonosor é o deus da terra e que, fora ele, não há outro.