SCRUTATIO

Domenica, 12 luglio 2026 - Santa Veronica ( Letture di oggi)

ΤΩΒΙΤ - Tobia - Tobit 7


font
LXXBiblia Matos Soares
1 και ηλθον εις εκβατανα και παρεγενοντο εις την οικιαν ραγουηλ σαρρα δε υπηντησεν αυτοις και εχαιρετισεν αυτους και αυτοι αυτην και εισηγαγεν αυτους εις την οικιαν1 Entraram, pois, em casa de Raguel, que os recebeu com alegria.
2 και ειπεν ραγουηλ εδνα τη γυναικι αυτου ως ομοιος ο νεανισκος τωβιτ τω ανεψιω μου2 Pondo Raguel os olhos em Tobias, disse para Ana, sua mulher: Como este jovem é parecido com meu primo!
3 και ηρωτησεν αυτους ραγουηλ ποθεν εστε αδελφοι και ειπαν αυτω εκ των υιων νεφθαλι των αιχμαλωτων εν νινευη3 Dito isto, perguntou: Donde sois vós, ó jovens nossos irmãos? Eles responderam : Somos da tribo de Neftali, dos cativos de Ninive.
4 και ειπεν αυτοις γινωσκετε τωβιτ τον αδελφον ημων οι δε ειπαν γινωσκομεν4 Raguel disse-lhes: Vós conheceis meu irmão Tobias? Eles responderam: Conhecemos.
5 και ειπεν αυτοις υγιαινει οι δε ειπαν και ζη και υγιαινει και ειπεν τωβιας πατηρ μου εστιν5 Como Raguel fizesse o elogio de Tobias. o anjo disse a Raguel: Esse Tobias, por quem perguntas, é o pai deste jovem.
6 και ανεπηδησεν ραγουηλ και κατεφιλησεν αυτον και εκλαυσε και ευλογησεν αυτον και ειπεν αυτω ο του καλου και αγαθου ανθρωπου και ακουσας οτι τωβιτ απωλεσεν τους οφθαλμους αυτου ελυπηθη και εκλαυσεν6 Raguel correu para ele, abraçou-o com lágrimas, chorando sobre o seu pescoço.
7 και εδνα η γυνη αυτου και σαρρα η θυγατηρ αυτου εκλαυσαν και υπεδεξαντο αυτους προθυμως7 Abençoado sejas, disse, meu filho, porque és filho de um homem de bem e virtuosíssimo.
8 και εθυσαν κριον προβατων και παρεθηκαν οψα πλειονα8 Ana, sua mulher, e Sara, sua filha, derramavam lágrimas.
9 ειπεν δε τωβιας τω ραφαηλ αζαρια αδελφε λαλησον υπερ ων ελεγες εν τη πορεια και τελεσθητω το πραγμα9 Depois que falaram, mandou Raguel matar um carneiro e preparar um banquete. Quando ele os rógava que se pusessem à mesa,
10 και μετεδωκεν τον λογον τω ραγουηλ και ειπεν ραγουηλ προς τωβιαν φαγε και πιε και ηδεως γινου σοι γαρ καθηκει το παιδιον μου λαβειν πλην υποδειξω σοι την αληθειαν10 Tobias disse: Eu não comerei nem beberei aqui hoje, antes que tu me não despaches a minha petição, prometendo dar-me Sara, tua filha.
11 εδωκα το παιδιον μου επτα ανδρασιν και οποτε εαν εισεπορευοντο προς αυτην απεθνησκοσαν υπο την νυκτα αλλα το νυν εχων ηδεως γινου11 Ouvindo isto, Raguel assustou-se, sabendo o que tinha acontecido aos sete maridos que se tinham aproximado dela, e começou a temer que sucedesse também o mesmo a este. Como vacilasse e não desse resposta alguma à petição de Tobias.
12 και ειπεν τωβιας ου γευσομαι ουδεν ωδε εως αν στησητε και σταθητε προς με και ειπεν ραγουηλ κομιζου αυτην απο του νυν κατα την κρισιν συ δε αδελφος ει αυτης και αυτη σου εστιν ο δε ελεημων θεος ευοδωσει υμιν τα καλλιστα12 o anjo disse-lhe: Não temas dar tua filha a este jovem, porque a este, que é temente a Deus, é devida a tua filha como esposa. Por isso nenhum outro a pode ter.
13 και εκαλεσεν σαρραν την θυγατερα αυτου και λαβων της χειρος αυτης παρεδωκεν αυτην τω τωβια γυναικα και ειπεν ιδου κατα τον νομον μωυσεως κομιζου αυτην και απαγε προς τον πατερα σου και ευλογησεν αυτους13 Então Raguel respondeu: Não duvido que Deus aceitasse em sua presença as minhas orações e as minhas lágrimas.
14 και εκαλεσεν εδναν την γυναικα αυτου και λαβων βιβλιον εγραψεν συγγραφην και εσφραγισαντο και ηρξαντο εσθιειν14 Creio que ele fez que viésseis ter comigo, para que está filha se desposasse com um da sua parentela, segundo a lei de Moisés, Portanto não duvides que eu ta darei.
15 και εκαλεσεν ραγουηλ εδναν την γυναικα αυτου και ειπεν αυτη αδελφη ετοιμασον το ετερον ταμιειον και εισαγαγε αυτην15 E, pegando na mão direita de sua filha, a pôs na mão direita de Tobias, dizendo: O Deus de Abraão, o Deus de Isaac o Deus de Jacob seja convosco, que ele mesmo vos ajunte e cumpra em vós a sua bênção.
16 και εποιησεν ως ειπεν και εισηγαγεν αυτην εκει και εκλαυσεν και απεδεξατο τα δακρυα της θυγατρος αυτης και ειπεν αυτη16 Depois, tomando papel, fizeram a escritura de casamento.
17 θαρσει τεκνον ο κυριος του ουρανου και της γης δωη σοι χαριν αντι της λυπης σου ταυτης θαρσει θυγατερ17 Tomaram parte no banquete, bendizendo a Deus.
18 Raguel chamou Ana, sua mulher, e ordenou-Ihe que preparasse outro aposento.
19 (Ana) introduziu lá Sara, sua filha, e pôs-se a chorar.
20 E disse-lhe: Tem ânimo, minha filha; o Senhor do céu te encha de alegria pelos desgostos que tens sofrido.