SCRUTATIO

Giovedi, 9 luglio 2026 - Santa Veronica Giuliani ( Letture di oggi)

ΤΩΒΙΤ - Tobia - Tobit 12


font
LXXBiblia Matos Soares
1 και εκαλεσεν τωβιτ τωβιαν τον υιον αυτου και ειπεν αυτω ορα τεκνον μισθον τω ανθρωπω τω συνελθοντι σοι και προσθειναι αυτω δει1 Então Tobias chamou seu filho e disse-lhe: Que podemos nós dar a este santo homem que te acompanhou ?
2 και ειπεν αυτω πατερ ου βλαπτομαι δους αυτω το ημισυ ων ενηνοχα2 Ele respondeu: Meu pai, que galardão lhe daremos nós? que coisa poderá haver proporcionada aos seus benefícios?
3 οτι με αγειοχεν σοι υγιη και την γυναικα μου εθεραπευσεν και το αργυριον μου ηνεγκεν και σε ομοιως εθεραπευσεν3 Ele levou-me e trouxe-me são e salvo; recebeu de Gabelo o dinheiro; fez-me ter mulher e afugentou dela o demónio; encheu de alegria os seus pais; livrou-me a mim mesmo de ser tragado pelo peixe; a ti fez-te ver a luz do céu: por ele nós fomos cheios de todos os bens. Que lhe poderemos dar que iguale tais benefícios?
4 και ειπεν ο πρεσβυτης δικαιουται αυτω4 Rogo-te, meu pai, que lhe peças se digne tomar para si metade de tudo o que trouxemos.
5 και εκαλεσεν τον αγγελον και ειπεν αυτω λαβε το ημισυ παντων ων ενηνοχατε5 O pai e o filho chamaram-no, pois, à parte, e começaram a rogar-lhe que se dignasse aceitar metade de tudo o que tinham trazido.
6 τοτε καλεσας τους δυο κρυπτως ειπεν αυτοις ευλογειτε τον θεον και αυτω εξομολογεισθε μεγαλωσυνην διδοτε αυτω και εξομολογεισθε ενωπιον παντων των ζωντων περι ων εποιησεν μεθ' υμων αγαθον το ευλογειν τον θεον και υψουν το ονομα αυτου τους λογους των εργων του θεου εντιμως υποδεικνυοντες και μη οκνειτε εξομολογεισθαι αυτω6 Então ele falou-lhes particularmente; Bendizei o Deus do céu, dai-lhe glória diante de todos os viventes, por ter usado convosco da sua misericórdia.
7 μυστηριον βασιλεως καλον κρυψαι τα δε εργα του θεου ανακαλυπτειν ενδοξως αγαθον ποιησατε και κακον ουχ ευρησει υμας7 E bom conservar escondido o segredo do rei, mas é coisa louvável manifestar e publicar as obras de Deus.
8 αγαθον προσευχη μετα νηστειας και ελεημοσυνης και δικαιοσυνης αγαθον το ολιγον μετα δικαιοσυνης η πολυ μετα αδικιας καλον ποιησαι ελεημοσυνην η θησαυρισαι χρυσιον8 E boa a oração acompanhada do jejum, e dar esmola vale mais do que juntar tesouros de ouro,
9 ελεημοσυνη γαρ εκ θανατου ρυεται και αυτη αποκαθαριει πασαν αμαρτιαν οι ποιουντες ελεημοσυνας και δικαιοσυνας πλησθησονται ζωης9 porque a esmola livra da morte (eterna): apaga os pecados e faz encontrar a misericórdia e a vida eterna.
10 οι δε αμαρτανοντες πολεμιοι εισιν της εαυτων ζωης10 Mas os que cometem pecado e iniquidade, são inimigos das suas almas.
11 ου μη κρυψω αφ' υμων παν ρημα ειρηκα δη μυστηριον βασιλεως κρυψαι καλον τα δε εργα του θεου ανακαλυπτειν ενδοξως11 Eu vou descobrir-vos a verdade, não quero ocultar-vos nada.
12 και νυν οτε προσηυξω συ και η νυμφη σου σαρρα εγω προσηγαγον το μνημοσυνον της προσευχης υμων ενωπιον του αγιου και οτε εθαπτες τους νεκρους ωσαυτως συμπαρημην σοι12 Quando tu oravas com lágrimas, enterravas os mortos, quando deixavas o teu jantar, para esconder os mortos em tua casa de dia, e os enterrar de noite, eu apresentei as tuas orações ao Senhor.
13 και οτε ουκ ωκνησας αναστηναι και καταλιπειν το αριστον σου οπως απελθων περιστειλης τον νεκρον ουκ ελαθες με αγαθοποιων αλλα συν σοι ημην13 Porque tu eras aceito a Deus, por isso foi necessário que a tentação te provasse.
14 και νυν απεστειλεν με ο θεος ιασασθαι σε και την νυμφην σου σαρραν14 Agora o Senhor enviou-me a curar-te e a livrar do demônio a Sara, mulher de teu filho.
15 εγω ειμι ραφαηλ εις εκ των επτα αγιων αγγελων οι προσαναφερουσιν τας προσευχας των αγιων και εισπορευονται ενωπιον της δοξης του αγιου15 Eu sou o anjo Rafael, um dos sete (espíritos principais) que assistimos diante do Senhor.
16 και εταραχθησαν οι δυο και επεσον επι προσωπον οτι εφοβηθησαν16 Ao ouvir estas palavras, ficaram fora de si, e, tremendo, caíram com o rosto em terra.
17 και ειπεν αυτοις μη φοβεισθε ειρηνη υμιν εσται τον δε θεον ευλογειτε εις τον αιωνα17 O anjo disse-lhe: A paz seja convosco, não temais.
18 οτι ου τη εμαυτου χαριτι αλλα τη θελησει του θεου ημων ηλθον οθεν ευλογειτε αυτον εις τον αιωνα18 Quando eu estava convosco, eu o estava por vontade de Deus; bendizei-o, cantai-lhe louvores.
19 πασας τας ημερας ωπτανομην υμιν και ουκ εφαγον ουδε επιον αλλα ορασιν υμεις εθεωρειτε19 Parecia-vos que eu comia e bebia convosco, mas eu sustento-me dum manjar invisível, duma bebida (que consiste na visão de Deus) a qual não pode ser vista pelos homens.
20 και νυν εξομολογεισθε τω θεω διοτι αναβαινω προς τον αποστειλαντα με και γραψατε παντα τα συντελεσθεντα εις βιβλιον20 É , pois, tempo que eu volte para aquele que me enviou; vós, porém, bendizei a Deus, e contai todas as suas maravilhas.
21 και ανεστησαν και ουκετι ειδον αυτον21 Proferidas estas palavras, desapareceu diante deles, e eles não o puderam ver mais.
22 και εξωμολογουντο τα εργα τα μεγαλα και θαυμαστα του θεου και ως ωφθη αυτοις ο αγγελος κυριου22 Então prostrando-se com o rosto por terra durante três horas, bendisseram a Deus; depois, erguendo-se, publicaram todas as suas maravilhas.