SCRUTATIO

Lunedi, 13 luglio 2026 - Santa Veronica ( Letture di oggi)

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β´ - 2 Cronache - Chronicles II 24


font
LXXBiblia Matos Soares
1 ων επτα ετων ιωας εν τω βασιλευσαι αυτον και τεσσαρακοντα ετη εβασιλευσεν εν ιερουσαλημ και ονομα τη μητρι αυτου σαβια εκ βηρσαβεε1 Joás tinha sete anos, quando começou a reinar, e reinou quarenta anos em Jerusalém. Sua mãe chamava-se Sebia, de Bersabé.
2 και εποιησεν ιωας το ευθες ενωπιον κυριου πασας τας ημερας ιωδαε του ιερεως2 Fez o que era bom aos olhos do Senhor todo o tempo que viveu o pontífice Jojada.
3 και ελαβεν αυτω ιωδαε γυναικας δυο και εγεννησεν υιους και θυγατερας3 Jojada casou-o com duas mulheres, das quais teve filhos e filhas.
4 και εγενετο μετα ταυτα και εγενετο επι καρδιαν ιωας επισκευασαι τον οικον κυριου4 Depois disto Joás quis reparar a casa do Senhor.
5 και συνηγαγεν τους ιερεις και τους λευιτας και ειπεν αυτοις εξελθατε εις τας πολεις ιουδα και συναγαγετε απο παντος ισραηλ αργυριον κατισχυσαι τον οικον κυριου ενιαυτον κατ' ενιαυτον και σπευσατε λαλησαι και ουκ εσπευσαν οι λευιται5 Mandou juntar os sacerdotes e os Levitas, e disse-lhes: Sai por todas as cidades de Judá e cobrai, todos os anos, de todo o (povo de) Israel o dinheiro para a reparação do templo do vosso Deus; fazei isto com toda a diligência. Os Levitas, porém, procederam com negligência.
6 και εκαλεσεν ο βασιλευς ιωας τον ιωδαε τον αρχοντα και ειπεν αυτω δια τι ουκ επεσκεψω περι των λευιτων του εισενεγκαι απο ιουδα και ιερουσαλημ το κεκριμενον υπο μωυση ανθρωπου του θεου οτε εξεκκλησιασεν τον ισραηλ εις την σκηνην του μαρτυριου6 Mandou, então, o rei chamar o pontífice Jojada e disse-lhe: Por que não tiveste tu cuidado de obrigar os Levitas a trazerem de Judá e de Jerusalém o dinheiro com que Moisés, servo do Senhor, determinou que contribuísse todo o povo de Israel para o tabernáculo do testemunho?
7 οτι γοθολια ην η ανομος και οι υιοι αυτης κατεσπασαν τον οικον του θεου και γαρ τα αγια οικου κυριου εποιησαν ταις βααλιμ7 Com efeito, a impiíssima Atalia e seus filhos tinham destruído a casa de Deus, e, com tudo o que tinha sido consagrado ao templo do Senhor, ornaram o templo de Baal.
8 και ειπεν ο βασιλευς γενηθητω γλωσσοκομον και τεθητω εν πυλη οικου κυριου εξω8 Mandou, então, o rei que fizessem um cofre, que foi colocado junto da porta da casa do Senhor, da parte de fora.
9 και κηρυξατωσαν εν ιουδα και εν ιερουσαλημ εισενεγκαι κυριω καθως ειπεν μωυσης παις του θεου επι τον ισραηλ εν τη ερημω9 Depois publicou-se em Judá e em Jerusalém a contribuição que Moisés, servo de Deus, tinha imposto a todo o Israel no deserto.
10 και εδωκαν παντες αρχοντες και πας ο λαος και εισεφερον και ενεβαλλον εις το γλωσσοκομον εως ου επληρωθη10 Alegraram-se todos os príncipes e todo o povo, e, concorrendo, lançaram na caixa do Senhor dinheiro, e lançaram tanto que ficou cheia.
11 και εγενετο ως εισεφερον το γλωσσοκομον προς τους προστατας του βασιλεως δια χειρος των λευιτων και ως ειδον οτι επλεονασεν το αργυριον και ηλθεν ο γραμματευς του βασιλεως και ο προστατης του ιερεως του μεγαλου και εξεκενωσαν το γλωσσοκομον και κατεστησαν εις τον τοπον αυτου ουτως εποιουν ημεραν εξ ημερας και συνηγαγον αργυριον πολυ11 Chegado o tempo de levar este cofre à presença do rei por mãos dos Levitas (quando eles viam que havia muito dinheiro), o escrivão do rei entrava com aquele que o sumo pontífice tinha, designado, e despejavam o dinheiro que havia no cofre; depois tornavam a levar o cofre para o seu lugar. Assim o faziam todas as vezes. Com isto se recolheu uma imensa quantia de dinheiro,
12 και εδωκεν αυτο ο βασιλευς και ιωδαε ο ιερευς τοις ποιουσιν τα εργα εις την εργασιαν οικου κυριου και εμισθουντο λατομους και τεκτονας επισκευασαι τον οικον κυριου και χαλκεις σιδηρου και χαλκου επισκευασαι τον οικον κυριου12 que o rei e Jojada deram aos inspetores das obras da casa do Senhor, os quais pagavam com ele aos canteiros e carpinteiros para se reparar a casa do Senhor, assim como aos que trabalhavam em ferro e em bronze, para se segurar o que ameaçava ruína.
13 και εποιουν οι ποιουντες τα εργα και ανεβη μηκος των εργων εν χερσιν αυτων και ανεστησαν τον οικον κυριου επι την στασιν αυτου και ενισχυσαν13 Estes operários trabalhavam com muito esmero; por suas mãos repararam as fendas das paredes, restituíram a casa do Senhor ao seu antigo estado e fizeram com que ficasse firme.
14 και ως συνετελεσαν ηνεγκαν προς τον βασιλεα και προς ιωδαε το καταλοιπον του αργυριου και εποιησαν σκευη εις οικον κυριου σκευη λειτουργικα ολοκαυτωματων και θυισκας χρυσας και αργυρας και ανηνεγκαν ολοκαυτωσεις εν οικω κυριου δια παντος πασας τας ημερας ιωδαε14 Depois que concluíram todas as obras, levaram ao rei e a Jojada o remanescente do dinheiro. Com ele foram feitos os vasos para o ministério do templo e para os holocaustos, e copos e outros vasos de ouro e prata. Foram oferecidos continuamente holocaustos na casa do Senhor, durante toda a vida de Jojada.
15 και εγηρασεν ιωδαε πληρης ημερων και ετελευτησεν ων εκατον και τριακοντα ετων εν τω τελευταν αυτον15 Jojada, envelhecido, cheio de dias, morreu, tendo de idade cento e trinta anos.
16 και εθαψαν αυτον εν πολει δαυιδ μετα των βασιλεων οτι εποιησεν αγαθωσυνην μετα ισραηλ και μετα του θεου και του οικου αυτου16 Sepultaram-no com os reis na cidade de David, por ele ter feito bem a Israel e à sua casa.
17 και εγενετο μετα την τελευτην ιωδαε εισηλθον οι αρχοντες ιουδα και προσεκυνησαν τον βασιλεα τοτε επηκουσεν αυτοις ο βασιλευς17 Depois que Jojada morreu, entraram os príncipes de Judá e prestaram grandes obséquios ao rei, o qual, atraído pelas suas lisonjas, se deixou levar por eles.
18 και εγκατελιπον τον κυριον θεον των πατερων αυτων και εδουλευον ταις ασταρταις και τοις ειδωλοις και εγενετο οργη επι ιουδαν και επι ιερουσαλημ εν τη ημερα ταυτη18 Abandonaram o templo do Senhor Deus de seus pais e prestaram culto aos ascheros e às estátuas. Este pecado atraiu a ira do Senhor contra Judá e contra Jerusalém.
19 και απεστειλεν προς αυτους προφητας επιστρεψαι προς κυριον και ουκ ηκουσαν και διεμαρτυραντο αυτοις και ουκ ηκουσαν19 O Senhor enviava-lhes profetas para que se convertessem a ele, porém, por mais que estes protestassem, não lhes queriam dar ouvidos.
20 και πνευμα θεου ενεδυσεν τον αζαριαν τον του ιωδαε τον ιερεα και ανεστη επανω του λαου και ειπεν ταδε λεγει κυριος τι παραπορευεσθε τας εντολας κυριου και ουκ ευοδωθησεσθε οτι εγκατελιπετε τον κυριον και εγκαταλειψει υμας20 O espírito de Deus desceu sobre o sumo sacerdote Zacarias, filho de Jojada, que se apresentou diante do povo e disse: Eis o que diz o Senhor Deus: Porque violais vós os preceitos do Senhor? Assim não prosperareis; porque abandonastes o Senhor, também ele vos abandonará.
21 και επεθεντο αυτω και ελιθοβολησαν αυτον δι' εντολης ιωας του βασιλεως εν αυλη οικου κυριου21 Eles, congregando-se contra ele, apedrejaram-no no átrio da casa do Senhor, conforme a ordem do rei.
22 και ουκ εμνησθη ιωας του ελεους ου εποιησεν μετ' αυτου ιωδαε ο πατηρ αυτου και εθανατωσεν τον υιον αυτου και ως απεθνησκεν ειπεν ιδοι κυριος και κρινατω22 O rei Joás não se lembrou da misericórdia que Jojada, pai de Zacarias, tinha usado com ele, mas matou-lhe seu filho, o qual, quando expirava, disse: O Senhor veja e faça justiça.
23 και εγενετο μετα την συντελειαν του ενιαυτου ανεβη επ' αυτον δυναμις συριας και ηλθεν επι ιουδαν και επι ιερουσαλημ και κατεφθειραν παντας τους αρχοντας του λαου εν τω λαω και παντα τα σκυλα αυτων απεστειλαν τω βασιλει δαμασκου23 Ao cabo dum ano, marchou o exército da Síria contra Joás; foi a Judá e a Jerusalém, matou todos os príncipes do povo e enviou ao rei, a Damasco, toda a presa.
24 οτι εν ολιγοις ανδρασιν παρεγενετο δυναμις συριας και ο θεος παρεδωκεν εις τας χειρας αυτων δυναμιν πολλην σφοδρα οτι εγκατελιπον κυριον θεον των πατερων αυτων και μετα ιωας εποιησεν κριματα24 Embora os Sírios fossem em pequeníssimo número, o Senhor entregou-lhes nas suas mãos uma multidão infinita (de Israelitas), porque eles tinham deixado o Senhor Deus de seus pais. Ao próprio Joás trataram ignominiosamente.
25 και μετα το απελθειν αυτους απ' αυτου εν τω εγκαταλιπειν αυτον εν μαλακιαις μεγαλαις και επεθεντο αυτω οι παιδες αυτου εν αιμασιν υιου ιωδαε του ιερεως και εθανατωσαν αυτον επι της κλινης αυτου και απεθανεν και εθαψαν αυτον εν πολει δαυιδ και ουκ εθαψαν αυτον εν τω ταφω των βασιλεων25 Logo que, coberto de muitos ferimentos, (os Sírios) o deixaram, os seus servidores levantaram-se contra ele, para vingarem o sangue do filho do pontífice Jojada, e assassinaram-no no seu leito, onde (desta forma) morreu. Sepultaram-no na cidade de David, mas não no jazigo dos reis.
26 και οι επιθεμενοι επ' αυτον ζαβεδ ο του σαμαθ ο αμμανιτης και ιωζαβεδ ο του σομαρωθ ο μωαβιτης26 Os que conspiraram contra ele foram Zabad, filho de Samaat, mulher amonita, e Josabad, filho de Semarit, mulher moabita.
27 και οι υιοι αυτου παντες και προσηλθον αυτω οι πεντε και τα λοιπα ιδου γεγραμμενα επι την γραφην των βασιλεων και εβασιλευσεν αμασιας υιος αυτου αντ' αυτου27 Quanto aos seus filhos, quanto às numerosas profecias pronunciadas contra ele, e quanto ao restabelecimento da casa de Deus, tudo isto está escrito minuciosamente nas Memórias do livro dos Reis. Amasias, seu filho, reinou em seu lugar.