SCRUTATIO

Domenica, 20 settembre 2026 - Santi Martiri Coreani ( Letture di oggi)

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α´ - 1 Samuele - Kings I 20


font
GREEK BIBLESacra Bibbia Garofalo
1 Και εφυγεν ο Δαβιδ εκ Ναυιωθ της εν Ραμα, και ηλθε και ειπεν ενωπιον του Ιωναθαν, Τι επραξα; τι το αδικημα μου και τι το αμαρτημα μου εμπροσθεν του πατρος σου, δια το οποιον ζητει την ψυχην μου;1 David fuggì da Naiat in Rarna; giunse e disse alla presenza di Gionata: «Che cosa ho fatto? qual è la mia colpa o qual è il peccato che tuo padre mi imputa, perché ricerchi la mia vita?»
2 Ο δε ειπε προς αυτον, Μη γενοιτο? συ δεν θελεις αποθανει ιδου, ο πατηρ μου δεν θελει καμει ουδεν, ειτε μεγα ειτε μικρον, το οποιον να μη φανερωση εις εμε? και δια τι ο πατηρ μου ηθελε κρυψει το πραγμα τουτο απ' εμου; δεν ειναι ουτω.2 Gli rispose Gionata: «Ciò è lontano da me! non morirai! ecco, mio padre non fa cosa né grande né piccola senza avvertirmi. Perché dunque mio padre dovrebbe nascondermi proprio questa cosa? Ciò non può essere!»
3 Και ωμοσεν ο Δαβιδ ετι και ειπεν, Ο πατηρ σου εξευρει βεβαιως οτι εγω ευρηκα χαριν ενωπιον σου? οθεν λεγει, Ας μη εξευρη τουτο ο Ιωναθαν, μηποτε λυπηθη. Αλλα, ζη Κυριος και ζη η ψυχη σου, δεν ειναι παρα εν βημα μεταξυ εμου και του θανατου.3 David tornò a dire: «Certo, tuo padre sa che ti sono caro e ha pensato: “Non sappia ciò Gionata affinché non se ne affligga”. Comunque, per la vita di Jahvè e tua, c’è un sol passo tra me e la morte!»
4 Τοτε ειπεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, Ο, τι επιθυμει η ψυχη σου θελω καμει εις σε.4 Gionata rispose a David: «Che vuoi dunque che io faccia per te?»
5 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ιωναθαν, Ιδου, αυριον ειναι νεομηνια, καθ' ην εγω συνειθιζω να καθωμαι μετα του βασιλεως να συντρωγω? αφες με λοιπον να υπαγω, δια να κρυφθω εν τω αγρω μεχρι της εσπερας της τριτης ημερας.5 E David: «Ecco, domani è il novilunio e io dovrei appunto sedere a mensa insieme con il re. Lascia che io vada a nascondermi nella campagna fino alla sera del terzo giorno.
6 εαν ο πατηρ σου περιβλεπων με ζητηση, τοτε ειπε, Ο Δαβιδ εζητησεν ενθερμως παρ' εμου να τρεξη εις Βηθλεεμ την πολιν αυτου. διοτι γινεται εκει ετησιος θυσια υφ' ολης της συγγενειας αυτου?6 Se tuo padre chiederà di me, tu dirai: “David mi ha chiesto insistentemente di fare una corsa alla città, a Betlemme, perché là c’è il sacrificio annuale di tutta la famiglia”.
7 εαν ειπη ουτω, Καλως? θελει εισθαι ειρηνη εις τον δουλον σου? εαν ομως οργισθη πολυ, εξευρε οτι το κακον ειναι αποφασισμενον παρ' αυτου?7 Se lui dirà: “Bene”, il tuo servitore potrà stare sicuro; ma se si infiammerà di ira, sappi che la mia rovina è decisa da parte sua.
8 θελεις λοιπον καμει ελεος προς τον δουλον σου? διοτι εις συνθηκην Κυριου εισηγαγες τον δουλον σου μετα σεαυτου? εαν ομως ηναι αδικια εν εμοι, θανατωσον με συ? και δια τι να με φερης εως του πατρος σου;8 Allora sii misericordioso con il tuo servitore, perché mi hai fatto contrarre con te il patto d Jahvè. Se poi c’è in me qualche colpa, uccidimi tu! Per quale ragione mai mi trascineresti fino da tuo padre?»
9 Και ειπεν ο Ιωναθαν, Μη γενοιτο ποτε τουτο εις σε? διοτι, εαν τω οντι γνωρισω οτι το κακον ειναι αποφασισμενον παρα του πατρος μου να ελθη επι σε, βεβαιως θελω σοι απαγγειλει τουτο.9 Rispose Gionata: «Lungi da me tale cosa! Al contrario, se io vengo a sapere che da parte di mio padre è stato deciso che debba piombare su di te la rovina, forse non te lo farò sapere?»
10 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ιωναθαν, Τις θελει μοι απαγγειλει εαν ο πατηρ σου αποκριθη εις σε σκληρα;10 Gli disse David: «Chi mi farà sapere ciò oppure quale dura risposta ti avrà dato tuo padre?»
11 Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, Ελθε, και ας εξελθωμεν εις τον αγρον. Και εξηλθον αμφοτεροι εις τον αγρον.11 Gionata rispose a David: «Vieni, andiamo fuori in campagna». Come furono usciti insieme in campagna,
12 Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, Κυριε Θεε του Ισραηλ? οταν ποτε περι την αυριον η την μετα την αυριον, εξιχνιασω τον πατερα μου, και ιδου, ειναι τι καλον περι του Δαβιδ, εαν δεν αποστειλω τοτε προς σε να σοι το απαγγειλω,12 Gionata disse a David: «Testimone è Jahvè, Dio di Israele, che domani o il terzo giorno, verso quest’ora, avrò sondato mio padre. Ed ecco, vada bene per David o no, subito manderò chi te ne porti la notizia.
13 ουτω να καμη ο Κυριος εις τον Ιωναθαν και ουτω να προσθεση? εαν δε ο πατηρ μου απεφασισε το κακον εναντιον σου, θελω σοι απαγγειλει τουτο και σε εξαποστειλει, και θελεις υπαγει εν ειρηνη? και ο Κυριος ας ηναι μετα σου, καθως εσταθη μετα του πατρος μου?13 Questo e questo malanno mandi Jahvè a Gionata se, nel caso che sia parso bene a mio padre di far piombare su di te la sciagura, io non te lo riferirò e non ti lascerò andare in pace. Jahvè sarà con te come fu già con mio padre.
14 και ουχι μονον ενοσω ζω, θελεις δειξει προς εμε το ελεος του Κυριου, δια να μη αποθανω?14 Se io sarò ancora vivo, abbi per me la misericordia di Jahvè! Se invece io sarò morto,
15 αλλα και δεν θελεις αποκοψει το ελεος σου απο του οικου μου εις τον αιωνα? ουχι, ουδε οταν ο Κυριος αφανιση τους εχθρους του Δαβιδ εκαστον απο προσωπου της γης.15 non togliere mai la tua misericordia dalla mia casa! Quando Jahvè avrà sterminato dalla faccia della terra i nemici di David fino all’ultimo,
16 Και εκαμεν ο Ιωναθαν συνθηκην μετα του οικου του Δαβιδ, επιλεγων, Και ο Κυριος να εκζητηση λογον παρα των εχθρων του Δαβιδ.16 non sia eliminato il nome di Gionata dalla casa di David; altrimenti Jahvè ne chieda conto ai nemici di David!»
17 Και εκαμεν ετι ο Ιωναθαν τον Δαβιδ να ομοση εις την αγαπην αυτου την προς αυτον? διοτι ηγαπα αυτον καθως ηγαπα την ιδιαν αυτου ψυχην.17 Gionata giurò di nuovo a David, a causa del suo amore per lui: lo amava infatti con l’amore che portava a se stesso.
18 Και ειπε προς αυτον ο Ιωναθαν, Αυριον ειναι νεομηνια? και θελεις ζητηθη, διοτι η καθεδρα σου θελει εισθαι κενη?18 Poi Gionata gli disse: «Domani è il novilunio e si chiederà di te, poiché il tuo posto sarà vuoto.
19 και αφου σταθης τρεις ημερας, θελεις καταβη μετα σπουδης και ελθει εις τον τοπον, οπου εκρυφθης την ημεραν της πραξεως, και θελεις καθισει πλησιον της πετρας Εζηλ?19 Ma il terzo giorno ti si cercherà assai; perciò tu andrai al luogo in cui ti sei nascosto il giorno dell’altra faccenda: ti metterai presso quel monticello di terra.
20 και εγω θελω τοξευσει τρια βελη εις το πλαγιον αυτης, ως τοξευων εις σημειον?20 lo poi, alla fine dei tre giorni, lancerò frecce presso di esso, come se tirassi a un bersaglio.
21 και ιδου, θελω αποστειλει τον υπηρετην, λεγων, Υπαγε, ευρε τα βελη? εαν ρητως ειπω εις τον υπηρετην, Ιδου, τα βελη ειναι εδωθεν απο σου, λαβε αυτα? τοτε ελθε, διοτι ειναι ειρηνη εις σε, και ουδεμια βλαβη, ζη Κυριος?21 Ed ecco, manderò il giovane dicendo: “Va’, cercami le frecce”. Se per caso dirò al giovane: “Ecco, la freccia è più in qua di dove tu stai; prendila!”, allora vieni, perché tutto va bene per te e non c’è nulla, per la vita di Jahvè!
22 εαν ομως ειπω ουτω προς τον νεον, Ιδου, τα βελη ειναι επεκεινα απο σου? υπαγε την οδον σου, διοτι σε εξαπεστειλεν ο Κυριος?22 Se invece dirò al giovane: ‘Ecco, la freccia è più in là di dove stai!”, parti, poiché è Jahvè che ti manda via.
23 περι δε του λογου, τον οποιον ωμιλησαμεν εγω και συ, ιδου, ο Κυριος ας ηναι μαρτυς μεταξυ εμου και σου εις τον αιωνα.23 Ma circa la parola che abbiamo pronunciato tu e io, ecco, Jahvè è fra me e te, per sempre!»
24 Εκρυφθη λοιπον ο Δαβιδ εν τω αγρω? και οτε ηλθεν η νεομηνια, ο βασιλευς εκαθισεν εις την τραπεζαν δια να φαγη.24 Allora David si nascose in campagna. Giunto il novilunio, Saul si mise a tavola per mangiare.
25 Και ο βασιλευς εκαθισεν επι της καθεδρας αυτου, ως αλλοτε, επι καθεδρας πλησιον του τοιχου? και ο Ιωναθαν εσηκωθη και εκαθισεν ο Αβενηρ πλησιον του Σαουλ, ο δε τοπος του Δαβιδ ητο κενος.25 Sedette il re al posto consueto, sul sedile della parete; Gionata gli si pose di fronte; Abner sedette al fianco di Saul; il posto di David rimase vuoto.
26 Ο Σαουλ ομως δεν ελαλησεν ουδεν την ημεραν εκεινην? διοτι ειπε καθ' εαυτον, Τιποτε συνεβη εις αυτον ωστε να μη ηναι καθαρος? βεβαιως δεν ειναι καθαρος.26 Saul però quel giorno non disse nulla. Pensò: «È un caso fortuito: non è mondo, poiché non si è purificato».
27 Και το πρωι, την δευτεραν του μηνος, ο τοπος του Δαβιδ ητο κενος? και ειπεν ο Σαουλ προς Ιωναθαν τον υιον αυτου, Δια τι δεν ηλθεν ο υιος του Ιεσσαι εις την τραπεζαν, ουτε χθες ουτε σημερον;27 Il giorno dopo il novilunio, il posto di David rimase vuoto. Allora Saul disse al figlio Gionata: «Per quale ragione il figlio di Jesse non è venuto né ieri né oggi al pranzo?»
28 Και απεκριθη ο Ιωναθαν προς τον Σαουλ, Ο Δαβιδ εζητησεν ενθερμως παρ' εμου να υπαγη εως Βηθλεεμ,28 Gionata rispose a Saul: «David mi ha chiesto insistentemente di poter andare fino a Betlemme,
29 και ειπεν, Ας υπαγω, παρακαλω, διοτι η συγγενεια ημων καμνει θυσιαν εν τη πολει? και ο αδελφος μου αυτος παρηγγειλεν εις εμε να παρευρεθω? τωρα λοιπον, εαν ευρηκα χαριν εις τους οφθαλμους σου, αφες με, παρακαλω, να υπαγω και να ιδω τους αδελφους μου? δια τουτο δεν ηλθεν εις την τραπεζαν του βασιλεως.29 dicendo: ‘ Lasciami andare, poiché c’è il sacrificio della nostra famiglia in città ed ecco, i miei fratelli me ne hanno fatto un obbligo. Ebbene, se ho trovato grazia ai tuoi occhi, lasciami libero affinché possa vedere i miei fratelli”. Perciò non è venuto alla mensa del re».
30 Τοτε εξηφθη η οργη του Σαουλ κατα του Ιωναθαν, και ειπε προς αυτον, Υιε διεφθαρμενης και αποστατιδος, δεν εξευρω οτι συ εξελεξας τον υιον του Ιεσσαι δι' αισχυνην σου και δι' αισχυνην της γυμνωσεως της μητρος σου;30 L’ira di Saul si accese violenta contro Gionata e gli disse: «Figlio di una donna perduta! Non so forse che sei socio del figlio di Jesse, a tua vergogna e a vergogna della nudità di tua madre?
31 διοτι ενοσω ο υιος του Ιεσσαι ζη επι της γης, συ δεν θελεις στερεωθη ουδε η βασιλεια σου? τωρα λοιπον πεμψον και φερε αυτον προς εμε? διοτι εξαπαντος θελει αποθανει.31 Finché il figlio di Jesse sarà vivo sulla terra, non potrai restare né tu né il tuo regno! Adesso manda a prenderlo: sia condotto da me, poiché deve essere ucciso!»
32 Και απεκριθη ο Ιωναθαν προς τον Σαουλ τον πατερα αυτου και ειπε προς αυτον, Δια τι να θανατωθη; τι επραξε;32 Rispose Gionata al padre Saul: «Perché deve morire? Che ha fatto?»
33 Και ερριψεν ο Σαουλ δορατιον κατ' αυτου, δια να κτυπηση αυτον? τοτε εγνωρισεν ο Ιωναθαν, οτι ητο αποφασισμενον παρα του πατρος αυτου να θανατωση τον Δαβιδ.33 Saul brandì la lancia contro di lui per colpirlo, così che Gionata capì che da parte di suo padre era cosa fermamente decisa il far morire David.
34 Και εσηκωθη ο Ιωναθαν απο της τραπεζης με εξαψιν θυμου και δεν εφαγεν αρτον την δευτεραν ημεραν του μηνος? διοτι ητο λυπημενος δια τον Δαβιδ, επειδη ειχε καταισχυνει αυτον ο πατηρ αυτου.34 Gionata si alzò da tavola tutto acceso di sdegno e in quel secondo giorno dopo il novilunio non prese cibo, tanto era afflitto per David, poiché suo padre ne violava i diritti.
35 Και το πρωι εξηλθεν ο Ιωναθαν εις τον αγρον, κατα τον καιρον τον προσδιορισθεντα μετα του Δαβιδ, εχων μεθ' εαυτου μικρον παιδαριον.35 Venuta l’alba, Gionata uscì in campagna secondo quanto era stato convenuto con David. Era con lui un giovane.
36 Και ειπε προς το παιδαριον αυτου, Τρεξον, ευρε τωρα τα βελη, τα οποια εγω τοξευω. Και καθως ετρεχε το παιδαριον, ετοξευσε το βελος περαν αυτου.36 Disse al giovane: «Corri, trova le frecce chè io lancerò». Il giovane corse e lui tirò una freccia in modo da oltrepassarlo.
37 Και οτε το παιδαριον ηλθεν εις τον τοπον του βελους, το οποιον ο Ιωναθαν ειχε τοξευσει, εφωναξεν ο Ιωναθαν κατοπιν του παιδαριου και ειπε, Δεν ειναι το βελος περαν απο σου;37 Giunto poi il giovane al luogo della freccia che Gionata aveva tirato, Gionata gridò dietro il giovane: «La freccia non è forse più in là di dove tu stai?»
38 Και εφωναξεν ο Ιωναθαν κατοπιν του παιδαριου, Ταχυνον, σπευσον, μη σταθης. Και εσυναξε το παιδαριον του Ιωναθαν τα βελη και ηλθε προς τον κυριον αυτου.38 Poi gridò dietro al giovane: «Presto! sbrigati, non fermarti!» Il giovane di Gionata raccolse la freccia e la portò al padrone.
39 Το παιδαριον ομως δεν ηξευρεν ουδεν? μονος ο Ιωναθαν και ο Δαβιδ ηξευρον την υποθεσιν.39 Il giovane non capì nulla; solo Gionata e David capivano la cosa.
40 Και εδωκεν ο Ιωναθαν τα οπλα αυτου εις το παιδαριον το μεθ' αυτου και ειπε προς αυτο, Υπαγε, φερε αυτα εις την πολιν.40 Gionata consegnò le sue armi al giovane che era con lui e gli disse: «Va’, portale in città».
41 Καθως δε ανεχωρησε το παιδαριον, εσηκωθη ο Δαβιδ εκ του μεσημβρινου μερους και επεσε κατα προσωπον αυτου εις την γην και προσεκυνησε τρις? και ησπασθησαν αλληλους και εκλαυσαν αμφοτεροι? ο δε Δαβιδ εκαμε κλαυθμον μεγαν.41 Il giovane partì e David si alzò da presso il monticello e, cadendo faccia a terra, si prostrò tre volte. Poi si baciarono l’un l’altro, piangendo l’uno per l’altro finché il giorno non fu alto.
42 Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, Υπαγε εν ειρηνη, καθως ωμοσαμεν ημεις αμφοτεροι εις το ονομα του Κυριου, λεγοντες, Ο Κυριος ας ηναι μεταξυ εμου και σου, και μεταξυ του σπερματος μου και του σπερματος σου εις τον αιωνα. Και εσηκωθη και ανεχωρησεν? ο δε Ιωναθαν εισηλθεν εις την πολιν.42 Allora Gionata disse a David: «Va’ in pace! Quanto a ciò che noi due ci siamo giurati a vicenda in nome di Jahvè, Jahvè sarà tra me e te, tra la mia discendenza e la tua, per sempre!»