| 1 Ειπε δε Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Εμε απεστειλεν ο Κυριος να σε χρισω βασιλεα επι τον λαον αυτου, επι τον Ισραηλ? τωρα λοιπον ακουσον της φωνης των λογων του Κυριου. | 1 Un giorno Samuele disse a Saul: «Jahvè mi mandò altra volta a ungerti re di Israele suo popolo: ascolta dunque anche ora la voce di Jahvè. |
| 2 Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων? Θελω εκδικησει οσα εκαμεν ο Αμαληκ εις τον Ισραηλ, οτι αντεσταθη εις αυτον εν τη οδω, οτε ανεβαινεν εξ Αιγυπτου? | 2 Così dice Jahvè degli eserciti: “Intendo punire ciò che Amalec ha fatto a Israele, perché si è opposto sulla via quando usciva dall’Egitto. |
| 3 υπαγε τωρα και παταξον τον Αμαληκ, και εξολοθρευσον παν ο, τι εχει και μη φεισθης αυτους? αλλα θανατωσον και ανδρα και γυναικα και παιδιον και θηλαζον και βουν και προβατον και καμηλον και ονον. | 3 Perciò va’, colpisci Amalec, votalo all’anatema insieme con tutto ciò che gli appartiene né risparmiare alcuna cosa di lui: uccidi uomini e donne, bimbi e lattanti, buoi e pecore, cammelli e asini”». |
| 4 Και ο Σαουλ εκαλεσε τον λαον και απηριθμησεν αυτους εν Τελαιμ, διακοσιας χιλιαδας πεζων και δεκα χιλιαδας ανδρων Ιουδα. | 4 Saul, convocò il popolo e lo passò in rassegna a Telam: ...mila fanti e diecimila uomini di Giuda. |
| 5 Και ηλθεν ο Σαουλ εως της πολεως του Αμαληκ και ενεδρευσεν εν τη φαραγγι. | 5 Poi, portatosi fin presso una città di Amalec, tese un agguato nella valle. |
| 6 Και ειπεν ο Σαουλ προς τους Κεναιους, Υπαγετε, αναχωρησατε, καταβητε εκ μεσου των Αμαληκιτων, δια να μη σας συμπεριλαβω μετ' αυτων? διοτι σεις εδειξατε ελεος εις παντας τους υιους Ισραηλ, οτε ανεβαινον εξ Αιγυπτου. Και ανεχωρησαν οι Κεναιοι εκ μεσου των Αμαληκιτων. | 6 Disse poi ai Keniti: «Andate, ritiratevi da Amalec, perché io non abbia a sterminarvi insieme con lui, poiché voi avete usato benevolenza ai figli di Israele, quando uscivano dall’Egitto». I Keniti si allontanarono da Amalec. |
| 7 Και επαταξεν ο Σαουλ τους Αμαληκιτας απο Αβιλα εως της εισοδου Σουρ, της κατα προσωπον Αιγυπτου. | 7 Allora Saul percosse Amalec da Havila fin presso Shur, che è di fronte all’Egitto. |
| 8 Και συνελαβεν Αγαγ τον βασιλεα των Αμαληκιτων ζωντα, παντα δε τον λαον εξωλοθρευσεν εν στοματι μαχαιρας. | 8 Prese Vivo Agag, re di Amalec, e votò tutta la gente all'anatema, passandola a fil di spada. |
| 9 Πλην εφεισθη ο Σαουλ και ο λαος τον Αγαγ και τα καλητερα των προβατων και των βοων και των δευτερευοντων και των αρνιων και παντος αγαθου, και δεν ηθελον να εξολοθρευσωσιν αυτα? αλλα παν το ευτελες και εξουδενωμενον, εκεινο εξωλοθρευσαν. | 9 Però Saul e il popolo risparmiarono Agag e il meglio del bestiame minuto e grosso, cioè gli animali grassi e gli agnelli; in una parola tutto il meglio, né vollero votarlo all’anatema; votarono invece all’anatema tutto il bestiame disprezzabile e di rifiuto. |
| 10 Τοτε εγεινε λογος Κυριου προς τον Σαμουηλ, λεγων, | 10 Allora la parola di Jahvè fu rivolta a Samuele: |
| 11 Μετεμεληθην οτι εκαμα τον Σαουλ βασιλεα? διοτι εστραφη απο οπισθεν μου και τους λογους μου δεν εξετελεσε. Και τουτο ελυπησε τον Σαμουηλ, και εβοησε προς τον Κυριον δι' ολης της νυκτος. | 11 «Mi pento di aver messo sul trono Saul come re, poiché si è allontanato da me e non ha eseguito i miei ordini!» Samuele, vivamente colpito, gridò a Jahvè tutta la notte. |
| 12 Και οτε εξηγερθη ο Σαμουηλ ενωρις δια να υπαγη εις συναντησιν του Σαουλ το πρωι, ανηγγειλαν προς τον Σαμουηλ, λεγοντες, Ο Σαουλ ηλθεν εις τον Καρμηλον, και ιδου, ανηγειρεν εις εαυτον τροπαιον? επειτα εστραφη και διεπερασε και κατεβη εις Γαλγαλα. | 12 Alzatosi poi per andare incontro a Saul all’alba, gli fu annunciato: «Saul è andato a Charmel; ed ecco, si è innalzato un cippo; quindi, dopo aver ripreso il cammino ed essere passato oltre, è sceso a Galgala». |
| 13 Και υπηγεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ? και ειπεν ο Σαουλ προς αυτον, Ευλογημενος να ησαι παρα του Κυριου? εξετελεσα τον λογον του Κυριου. | 13 Allora Samuele andò da Saul e Saul gli disse: «Sii benedetto da Jahvè! Ho eseguito l’ordine di Jahvè». |
| 14 Ειπε δε ο Σαμουηλ, Και τις η φωνη αυτη των προβατων εις τα ωτα μου, και η φωνη των βοων, την οποιαν ακουω; | 14 Samuele rispose: «E che cosa è questo belare di greggi ai miei orecchi e questo muggire di armenti che io odo?» |
| 15 Και ειπεν ο Σαουλ, Εκ των Αμαληκιτων εφεραν αυτα? διοτι ο λαος εφεισθη τα καλητερα των προβατων και των βοων, δια να θυσιαση εις Κυριον τον Θεον σου? τα δε λοιπα εξωλοθρευσαμεν. | 15 Disse Saul: «Li hanno portati via da Amalec, poiché il popolo ha risparmiato il meglio del bestiame minuto e grosso, per offrir sacrifici a Jahvè tuo Dio; il resto lo abbiamo votato all’anatema». |
| 16 Τοτε ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Αφες, και θελω απαγγειλει προς σε τι ελαλησεν ο Κυριος εις εμε την νυκτα. Ο δε ειπε προς αυτον, Λεγε. | 16 Allora Samuele disse a Saul: «Basta! Io devo annunciarti ciò che Jahvè ha detto a me questa notte!» Gli rispose: «Parla». |
| 17 Και ειπεν ο Σαμουηλ, Ενω συ ησο μικρος εμπροσθεν των οφθαλμων σου, δεν εγεινες η κεφαλη των φυλων του Ισραηλ, και σε εχρισεν ο Κυριος βασιλεα επι τον Ισραηλ; | 17 Samuele continuò: «Non è forse vero che, sebbene tu fossi piccolo ai tuoi stessi occhi, sei divenuto capo delle tribù di Israele? Jahvè ti ha unto re di Israele! |
| 18 και σε εστειλεν ο Κυριος εις την οδον και ειπεν, Υπαγε και εξολοθρευσον τους αμαρτανοντας εις εμε, τους Αμαληκιτας, και πολεμησον εναντιον αυτων εωσου εξαφανισης αυτους? | 18 Ebbene Jahvè, ti ha messo sulla via dicendoti: “Va’, vota all’anatema quei peccatori di Amaleciti e combattili finché tu non li abbia finiti!”. |
| 19 δια τι λοιπον δεν υπηκουσας της φωνης του Κυριου, αλλ' ωρμησας επι τα λαφυρα και επραξας το κακον ενωπιον του Κυριου; | 19 Perché dunque non hai ascoltato la voce di Jahvè? Ti sei gettato sul bottino e hai fatto ciò che agli occhi di Jahvè era male!» |
| 20 Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Σαμουηλ, Ναι, υπηκουσα της φωνης του Κυριου και υπηγα εις την οδον εις την οποιαν ο Κυριος με απεστειλε και εφερα τον Αγαγ τον βασιλεα του Αμαληκ, τους δε Αμαληκιτας εξωλοθρευσα? | 20 Saul disse a Samuele: «Io ho ascoltato la voce di Jahvè e ho camminato per la via in cui egli mi ha messo: ho condotto via Agag, re di Amalec, ma ho votato gli Amaleciti all’anatema! |
| 21 ο λαος ομως ελαβεν εκ των λαφυρων προβατα και βοας, τα καλητερα απο των απηγορευμενων, δια να θυσιαση εις Κυριον τον Θεον σου εν Γαλγαλοις. | 21 Però il popolo ha preso, tra la preda, bestiame minuto e grosso quale primizia dell’anatema, per offrirne sacrifici a Jahvè tuo Dio a Galgala». |
| 22 Και ειπεν ο Σαμουηλ, Μηπως ο Κυριος αρεσκεται εις τα ολοκαυτωματα και εις τας θυσιας, καθως εις το να υπακουωμεν της φωνης του Κυριου; ιδου, η υποταγη ειναι καλητερα παρα την θυσιαν? η υπακοη, παρα το παχος των κριων? | 22 Samuele replicò: «Forse Jahvè ‘si compiace di olocausti e di sacrifici come dell’obbedienza alla sua voce? Ecco, l’obbedienza è più di un sacrificio; la docilità più del grasso dei montoni! |
| 23 διοτι η απειθεια ειναι καθως το αμαρτημα της μαγειας? και το πεισμα, καθως η ασεβεια και ειδωλολατρεια? επειδη συ απερριψας τον λογον του Κυριου, δια τουτο και αυτος απερριψε σε απο του να ησαι βασιλευς. | 23 In verità, peccato di divinazione è l’ostinazione, iniquità e terafim la testardaggine! Poiché hai rigettato la parola di Jahvè, egli ti rigetta dal regno!» |
| 24 Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Σαμουηλ, Ημαρτησα? διοτι παρεβην το προσταγμα του Κυριου και τους λογους σου, φοβηθεις τον λαον και υπακουσας εις την φωνην αυτων? | 24 Saul allora disse a Samuele: «Ho peccato, poiché ho trasgredito l’ordine di Jahvè e le tue parole. Ma è perché ho avuto paura del popolo e ho acconsentito alla loro richiesta. |
| 25 τωρα λοιπον συγχωρησον, παρακαλω, το αμαρτημα μου και επιστρεψον μετ' εμου, δια να προσκυνησω τον Κυριον. | 25 Dunque, sopporta il mio peccato e ritorna con me, affinché io possa adorare Jahvè!» |
| 26 Ο δε Σαμουηλ ειπε προς τον Σαουλ, Δεν θελω επιστρεψει μετα σου? διοτι απερριψας τον λογον του Κυριου, και ο Κυριος απερριψε σε απο του να ησαι βασιλευς επι τον Ισραηλ. | 26 Ma Samuele gli rispose: «Non ritornerò con te. Poiché hai rigettato la parola di Jahvè, Jahvè ti ha rigettato così che tu non sia più re su Israele». |
| 27 Και καθως εστραφη ο Σαμουηλ δια να αναχωρηση, εκεινος επιασεν αυτον απο του κρασπεδου του ιματιου αυτου? και εξεσχισθη. | 27 E si voltò per andarsene. Saul allora afferrò un lembo del mantello, che si strappò. |
| 28 Και ειπε προς αυτον ο Σαμουηλ, Εξεσχισεν η Κυριος την βασιλειαν του Ισραηλ απο σου σημερον και εδωκεν αυτην εις τον πλησιον σου, τον καλητερον σου? | 28 Samuele gli disse: «Jahvè ha strappato oggi da te il regno di Israele e lo ha dato a un altro, migliore di te! |
| 29 ουδε θελει ψευσθη ο Ισχυρος του Ισραηλ ουδε μεταμεληθη? διοτι ουτος δεν ειναι ανθρωπος, ωστε να μεταμεληθη. | 29 Di più, la Gloria di Israele non mente né muta; non è un uomo lui perché possa mutare!» |
| 30 Ο δε ειπεν, Ημαρτησα? αλλα τιμησον με τωρα, παρακαλω, εμπροσθεν των πρεσβυτερων του λαου μου και εμπροσθεν του Ισραηλ, και επιστρεψον μετ' εμου, δια να προσκυνησω Κυριον τον Θεον σου. | 30 Rispose Saul: «Ho peccato! Ora però da’ segno di onorarmi al cospetto degli anziani del mio popolo e al cospetto di Israele! Torna con me, affinché io possa adorare Jahvè tuo Dio!» |
| 31 Και επεστρεψεν ο Σαμουηλ κατοπιν του Σαουλ και προσεκυνησεν ο Σαουλ τον Κυριον. | 31 Allora Samuele tornò dietro Saul e Saul si prostrò davanti a Jahvè. |
| 32 Τοτε ειπεν ο Σαμουηλ, Φερετε μοι ενταυθα Αγαγ τον βασιλεα των Αμαληκιτων. Και ηλθε προς αυτον ο Αγαγ χαριεντως? διοτι ελεγεν ο Αγαγ, Βεβαιως η πικρια του θανατου επερασεν. | 32 Poi Samuele disse: «Conducetemi Agag, re di Amalec». Agag venne a lui tutto allegro, dicendo: «Certo è passata l’amarezza della morte!» |
| 33 Ο δε Σαμουηλ ειπε, Καθως ητεκνωσε γυναικας η ρομφαια σου, ουτω θελει ατεκνωθη μεταξυ των γυναικων η μητηρ σου. Και κατεκοψεν ο Σαμουηλ τον Αγαγ ενωπιον του Κυριου εν Γαλγαλοις. | 33 Ma Samuele disse: «Come la tua spada ha privato dei figli le donne, così tua madre andrà tra le donne priva di figli!» Samuele sgozzò Agag alla presenza di Jahvè a Galgala. |
| 34 Τοτε ανεχωρησεν ο Σαμουηλ εις Ραμα? ο δε Σαουλ ανεβη εις τον οικον αυτου, εις Γαβαα Σαουλ. | 34 Quindi se ne andò a Rama, mentre Saul salì alla sua casa in Gabaa di Saul |
| 35 Ο δε Σαμουηλ δεν ειδε πλεον τον Σαουλ εως της ημερας του θανατου αυτου? επενθησεν ομως ο Σαμουηλ δια τον Σαουλ. Και ο Κυριος μετεμεληθη οτι εκαμε τον Σαουλ βασιλεα επι τον Ισραηλ. | 35 né Samuele vide più Saul fino al giorno della sua morte. |