SCRUTATIO

Venerdi, 21 agosto 2026 - San Bernardo di Chiaravalle ( Letture di oggi)

Vangelo secondo Giovanni - John 9


font
GREEK BIBLESacra Bibbia Garofalo
1 Και ενω ανεχωρει, ειδεν ανθρωπον τυφλον εκ γενετης.1 Passando, vide un uomo cieco dalla nascita,
2 Και ηρωτησαν αυτον οι μαθηται αυτου, λεγοντες? Ραββι, τις ημαρτεν, ουτος η οι γονεις αυτου, ωστε να γεννηθη τυφλος;2 I suoi discepoli gli chiesero: «Rabbi, chi ha peccato: quest'uomo o i suoi genitori, perché sia nato cieco?»
3 Απεκριθη ο Ιησους? Ουτε ουτος ημαρτεν ουτε οι γονεις αυτου, αλλα δια να φανερωθωσι τα εργα του Θεου εν αυτω.3 Gesù rispose: «Né lui ha peccato né i suoi genitori, ma fu perché siano manifestate in lui le opere di Dio.
4 Εγω πρεπει να εργαζωμαι τα εργα του πεμψαντος με, εωσου ειναι ημερα? ερχεται νυξ οτε ουδεις δυναται να εργαζηται.4 Finché è giorno, è necessario che io compia le opere di colui che mi ha mandato; viene la notte, quando nessuno può più operare.
5 Ενοσω ειμαι εν τω κοσμω, ειμαι φως του κοσμου.5 Finché sono nel mondo, io sono la luce del mondo».
6 Αφου ειπε ταυτα, επτυσε χαμαι και εκαμε πηλον εκ του πτυσματος και επεχρισε τον πηλον επι τους οφθαλμους του τυφλου6 Detto questo, sputò in terra e fece con la saliva un po di fango, lo spalmò sugli occhi del cieco
7 και ειπε προς αυτον? Υπαγε, νιφθητι εις την κολυμβηθραν του Σιλωαμ, το οποιον ερμηνευεται απεσταλμενος. Υπηγε λοιπον και ενιφθη, και ηλθε βλεπων.7 e gli disse: «Va’ a lavarti alla piscina di Siloe» — che significa: Inviato —. Quello andò, si lavò e tornò che ci vedeva.
8 Οι δε γειτονες και οσοι εβλεπον αυτον προτερον οτι ητο τυφλος ελεγον δεν ειναι ουτος, οστις εκαθητο και εζητει;8 I vicini e quelli che prima eran soliti vederlo, giacchè era un mendicante, dicevano allora: «Ma costui non è quello che era seduto e mendicava?»
9 Αλλοι ελεγον οτι ουτος ειναι? αλλοι δε οτι ομοιος αυτου ειναι. Εκεινος ελεγεν οτι εγω ειμαι.9 Altri dicevano: «È lui»; altri: «Niente affatto, ma gli somiglia». Quegli diceva: «Sono io».
10 Ελεγον λοιπον προς αυτον? Πως ηνοιχθησαν οι οφθαλμοι σου;10 Gli dissero, allora: «Come dunque ti si aprirono gli occhi?»
11 Απεκριθη εκεινος και ειπεν? Ανθρωπος λεγομενος Ιησους εκαμε πηλον και επεχρισε τους οφθαλμους μου και μοι ειπεν? Υπαγε εις την κολυμβηθραν του Σιλωαμ και νιφθητι? αφου δε υπηγα και ενιφθην, ανεβλεψα.11 Quegli rispose: «L’uomo che si chiama Gesù ha fatto del fango, mi ha spalmato gli occhi e mi ha detto: “Va’ a Siloe e lavati”. Ci sono andato, mi son lavato e ci ho visto».
12 Ειπον λοιπον προς αυτον? Που ειναι εκεινος; Λεγει? Δεν εξευρω.12 E gli dissero: «Dovè lui?» Dice: «Non so».
13 Φερουσιν αυτον τον ποτε τυφλον προς τους Φαρισαιους.13 Condussero allora dai farisei quello che una volta era stato cieco.
14 Ητο δε σαββατον, οτε εκαμε τον πηλον ο Ιησους και ηνοιξε τους οφθαλμους αυτου.14 Quel giorno in cui Gesù aveva fatto il fango e aperto gli occhi del cieco era un sabato.
15 Παλιν λοιπον ηρωτων αυτον και οι Φαρισαιοι πως ανεβλεψε. Και εκεινος ειπε προς αυτους? Πηλον εβαλεν επι τους οφθαλμους μου, και ενιφθην, και βλεπω.15 I farisei, dunque, a loro volta gli domandavano in che modo avesse riacquistata la vista. Ora, quegli disse loro: «Mi ha applicato del fango sugli occhi, mi son lavato e ci vedo».
16 Ελεγον λοιπον τινες εκ των Φαρισαιων? Ουτος ο ανθρωπος δεν ειναι παρα του Θεου, διοτι δεν φυλαττει το σαββατον. Αλλοι ελεγον? Πως δυναται ανθρωπος αμαρτωλος να καμνη τοιαυτα θαυματα; Και ητο σχισμα μεταξυ αυτων.16 Dicevano, allora, alcuni farisei: «Quest'uomo non viene da Dio, perché non osserva il sabato». Altri dicevano: «Come può un peccatore fare tali miracoli?» Ed erano in discordia fra loro.
17 Λεγουσι παλιν προς τον τυφλον? Συ τι λεγεις περι αυτου, επειδη ηνοιξε τους οφθαλμους σου; Και εκεινος ειπεν οτι προφητης ειναι.17 Dicono dunque, di nuovo, al cieco: «Tu che dici di lui, del fatto che ti ha aperto gli occhi?» Quegli disse: «È un profeta».
18 Δεν επιστευσαν λοιπον οι Ιουδαιοι περι αυτου οτι ητο τυφλος και ανεβλεψεν, εως οτου εφωναξαν τους γονεις αυτου του αναβλεψαντος18 Tuttavia, i Giudei non credettero che quello fosse stato cieco e poi avesse riacquistata la vista finché chiamarono i genitori di colui che aveva riacquistata la vista
19 και ηρωτησαν αυτους, λεγοντες? Ουτος ειναι ο υιος σας, τον οποιον σεις λεγετε οτι εγεννηθη τυφλος; πως λοιπον βλεπει τωρα;19 e li interrogarono: «È questo vostro figlio, che voi dite sia nato cieco? come, dunque, ci vede adesso?»
20 Απεκριθησαν προς αυτους οι γονεις αυτου και ειπον? Εξευρομεν οτι ουτος ειναι ο υιος ημων και οτι εγεννηθη τυφλος?20 I genitori di lui risposero: «Noi sappiamo che questo è nostro figlio e che nacque cieco;
21 Πως δε βλεπει τωρα δεν εξευρομεν, η τις ηνοιξε τους οφθαλμους αυτου ημεις δεν εξευρομεν? αυτος ηλικιαν εχει, αυτον ερωτησατε, αυτος περι εαυτου θελει λαλησει.21 come, poi, ora ci vedi questo non lo sappiamo; o chi gli apri gli occhi, non lo sappiamo. Interrogate lui: ha l’età, parlerà lui di sé».
22 Ταυτα ειπον οι γονεις αυτου, διοτι εφοβουντο τους Ιουδαιους? επειδη ηδη ειχον συμφωνησει οι Ιουδαιοι, εαν τις ομολογηση αυτον Χριστον, να γεινη αποσυναγωγος.22 I genitori del cieco dissero questo perché avevano paura dei Giudei; infatti, i Giudei avevano già stabilito che se qualcuno riconosceva Gesù come Messia doveva essere scacciato dalla sinagoga,
23 Δια τουτο οι γονεις αυτου ειπον οτι ηλικιαν εχει, αυτον ερωτησατε.23 perciò i genitori di lui dissero: «Ha l'età, interrogate lui».
24 Εφωναξαν λοιπον εκ δευτερου τον ανθρωπον, οστις ητο τυφλος, και ειπον προς αυτον? Δοξασον τον Θεον? ημεις εξευρομεν οτι ο ανθρωπος ουτος ειναι αμαρτωλος.24 Chiamarono dunque, di nuovo, colui, che una volta era stato cieco, e gli dissero: «Da gloria a Dio! Noi sappiamo che quest'uomo è peccatore».
25 Απεκριθη λοιπον εκεινος και ειπεν? Αν ηναι αμαρτωλος δεν εξευρω? εν εξευρω, οτι ημην τυφλος και τωρα βλεπω.25 Rispose: «Se è peccatore non lo so; so una cosa soltanto: che prima era cieco e adesso ci vedo».
26 Ειπον δε προς αυτον παλιν? τι σοι εκαμε; πως ηνοιξε τους οφθαλμους σου;26 Allora gli domandarono di nuovo: «Che cosa ti ha fatto? in che modo ti aprì gli occhi?»
27 Απεκριθη προς αυτους? Σας ειπον ηδη, και δεν ηκουσατε? δια τι παλιν θελετε να ακουητε; μηπως και σεις θελετε να γεινητε μαθηται αυτου;27 Rispose loro: «Già ve l’ho detto e non mi avete ascoltato; che volete di nuovo sentire? Forse anche voi volete diventare discepoli suoi?»
28 Ελοιδορησαν λοιπον αυτον και ειπον? Συ εισαι μαθητης εκεινου? ημεις δε του Μωυσεως ειμεθα μαθηται.28 E lo ingiuriarono dicendo: «Tu sei suo discepolo; noi siamo discepoli di Mosè.
29 ημεις εξευρομεν οτι προς τον Μωυσην ελαλησεν ο Θεος? τουτον ομως δεν εξευρομεν ποθεν ειναι.29 Noi sappiamo che a Mosè ha parlato Dio; costui, invece, non sappiamo donde sia».
30 Απεκριθη ο ανθρωπος και ειπε προς αυτους? Εν τουτω μαλιστα ειναι το θαυμαστον, οτι σεις δεν εξευρετε ποθεν ειναι, και ηνοιξε μου τους οφθαλμους.30 Rispose l’uomo: «E proprio questo è meraviglioso: che voi non sapete donde sia e mi ha aperto gli occhi!
31 Εξευρομεν δε οτι αμαρτωλους ο Θεος δεν ακουει, αλλ' εαν τις ηναι βεοσεβης και καμνη το θελημα αυτου, τουτον ακουει.31 Sappiamo che Dio non ascolta i peccatori, ma se uno è pio e fa la sua volontà, questo sì che l’ascolta.
32 Εκ του αιωνος δεν ηκουσθη οτι ηνοιξε τις οφθαλμους γεγεννημενου τυφλου.32 Da che mondo è mondo non s'è mai sentito che qualcuno abbia aperto gli occhi di un cieco nato.
33 Εαν ουτος δεν ητο παρα Θεου, δεν ηδυνατο να καμη ουδεν.33 Se costui non fosse da Dio non potrebbe far nulla!»
34 Απεκριθησαν και ειπον προς αυτον? Συ εγεννηθης ολος εν αμαρτιαις, και συ διδασκεις ημας; και εξεβαλον αυτον εξω.34 Gli risposero: «Sei stato generato tutto intero nei peccati e ci fai la lezione?» E lo cacciarono fuori.
35 Ηκουσεν ο Ιησους οτι εξεβαλον αυτον εξω, και ευρων αυτον ειπε προς αυτον? Συ πιστευεις εις τον Υιον του Θεου;35 Gesù venne a sapere che l’avevano scacciato e, trovatolo, gli disse: «Credi tu nel Figlio dell’uomo?»
36 Απεκριθη εκεινος και ειπε? Τις ειναι, Κυριε, δια να πιστευσω εις αυτον;36 Quegli rispose: «E chi è, Signore, affinché io creda in lui?»
37 Και ο Ιησους ειπε προς αυτον? Και ειδες αυτον και ο λαλων μετα σου εκεινος ειναι.37 Gli disse Gesù: «L’hai veduto: è quello stesso che parla con te».
38 Ο δε ειπε? Πιστευω, Κυριε? και προσεκυνησεν αυτον.38 E quegli diceva: «Credo, Signore» e gli si prostrò.
39 Και ειπεν ο Ιησους? Εγω δια κρισιν ηλθον εις τον κοσμον τουτον, δια να βλεπωσιν οι μη βλεποντες και να γεινωσι τυφλοι οι βλεποντες.39 E Gesù disse: «Io sono venuto in questo mondo per fare un giudizio: perché vedano quelli che non vedono e quelli che vedono diventino ciechi».
40 Και ηκουσαν ταυτα οσοι εκ των Φαρισαιων ησαν μετ' αυτου, και ειπον προς αυτον? Μηπως και ημεις ειμεθα τυφλοι;40 Alcuni farisei che si trovavano con lui udirono queste parole e gli dissero: «Saremo ciechi anche noi?»
41 Ειπε προς αυτους ο Ιησους? Εαν ησθε τυφλοι, δεν ηθελετε εχει αμαρτιαν? τωρα ομως λεγετε οτι βλεπομεν? η αμαρτια σας λοιπον μενει.41 Disse loro Gesù: «Se foste ciechi non avreste colpa; ma dal momento che dite: “Ci vediamo”, il vostro peccato rimane.