SCRUTATIO

Giovedi, 9 luglio 2026 - Santa Veronica Giuliani ( Letture di oggi)

Vangelo secondo Luca - Luke 15


font
GREEK BIBLEБіблія
1 Επλησιαζον δε εις αυτον παντες οι τελωναι και οι αμαρτωλοι, δια να ακουωσιν αυτον.1 Усі митарі й грішники приходили до нього, щоб його почути.
2 Και διεγογγυζον οι Φαρισαιοι και οι γραμματεις, λεγοντες οτι ουτος αμαρτωλους δεχεται και συντρωγει μετ' αυτων.2 А фарисеї з книжниками нарікали «Цей грішників приймає і їсть разом з ними.»
3 Ειπε δε προς αυτους την παραβολην ταυτην, λεγων?3 Тоді Ісус сказав до них цю притчу
4 Τις ανθρωπος εξ υμων εαν εχη εκατον προβατα και χαση εν εξ αυτων, δεν αφινει τα ενενηκοντα εννεα εν τη ερημω και υπαγει ζητων το απολωλος, εωσου ευρη αυτο;4 «Котрий з вас чоловік, мавши сотню овець і одну з них загубивши, не зоставить дев’ятдесят дев’ять у пустелі та не піде шукати загублену, поки її не знайде
5 Και ευρων αυτο, βαλλει επι τους ωμους αυτου χαιρων.5 А, знайшовши, кладе її собі, радіючи, на плечі
6 Και ελθων εις τον οικον, συγκαλει τους φιλους και τους γειτονας, λεγων προς αυτους? Συγχαρητε μοι, διοτι ευρον το προβατον μου το απολωλος.6 й, повернувшися додому, скликає друзів та сусідів і до них каже Радійте зо мною, бо я знайшов овечку, що була загубилась.
7 Σας λεγω οτι ουτω θελει εισθαι χαρα εν τω ουρανω δια ενα αμαρτωλον μετανοουντα μαλλον παρα δια ενενηκοντα εννεα δικαιους, οιτινες δεν εχουσι χρειαν μετανοιας.7 Отак, кажу вам, що на небі буде більша радість над одним грішником, що кається, ніж над дев’ятдесят дев’ятьма праведниками, що їм не треба покаяння.
8 Η τις γυνη εχουσα δεκα δραχμας, εαν χαση δραχμην μιαν, δεν αναπτει λυχνον και σαρονει την οικιαν και ζητει επιμελως, εως οτου ευρη αυτην;8 Або котра жінка, маючи десять драхм, і як одну загубила, не засвітить світла, не замітатиме своєї хати й не шукатиме її старанно, поки не знайде
9 και αφου ευρη, συγκαλει τας φιλας και τας γειτονας, λεγουσα? Συγχαρητε μοι, διοτι ευρον την δραχμην την οποιαν εχασα.9 А, знайшовши, скличе подруг і сусідок і їм каже Радійте зо мною, бо я знайшла ту драхму, що була загубила.
10 Ουτω, σας λεγω, χαρα γινεται ενωπιον των αγγελων του Θεου δια ενα αμαρτωλον μετανοουντα.10 Отак, кажу вам, буває між ангелами Божими радість над одним грішником, що кається.»
11 Ειπε δε? Ανθρωπος τις ειχε δυο υιους.11 Він сказав далі «В одного чоловіка було два сини.
12 Και ειπεν ο νεωτερος αυτων προς τον πατερα? Πατερ, δος μοι το ανηκον μερος της περιουσιας. Και διεμοιρασεν εις αυτους τα υπαρχοντα αυτου.12 Молодший з них сказав батькові Тату, дай мені ту частину маєтку, що мені припадає. І батько розділив між ними свій маєток.
13 Και μετ' ολιγας ημερας συναξας παντα ο νεωτερος υιος, απεδημησεν εις χωραν μακραν και εκει διεσκορπισε την περιουσιαν αυτου ζων ασωτως.13 Кілька днів потім, молодший, зібравши все, подавсь у край далекий і там розтратив свій маєток, живши розпусно.
14 Αφου δε εδαπανησε παντα, εγεινε πεινα μεγαλη εν τη χωρα εκεινη, και αυτος ηρχισε να στερηται.14 І от як він усе прогайнував, настав великий голод у тім краю, і він почав бідувати.
15 Τοτε υπηγε και προσεκολληθη εις ενα των πολιτων της χωρας εκεινης, οστις επεμψεν αυτον εις τους αγρους αυτου δια να βοσκη χοιρους.15 Пішов він і найнявся до одного з мешканців того краю, і той послав його на своє поле пасти свині.
16 Και επεθυμει να γεμιση την κοιλιαν αυτου απο των ξυλοκερατων, τα οποια ετρωγον οι χοιροι, και ουδεις εδιδεν εις αυτον.16 І він бажав би був наповнити живіт світ стручками, що їх їли свині, та й тих ніхто не давав йому.
17 Ελθων δε εις εαυτον, ειπε? Ποσοι μισθωτοι του πατρος μου περισσευουσιν αρτον, και εγω χανομαι υπο της πεινης.17 Опам’ятавшись, він сказав до себе Скільки то наймитів у мого батька мають подостатком хліба, а я тут з голоду конаю.
18 Σηκωθεις θελω υπαγει προς τον πατερα μου και θελω ειπει προς αυτον? Πατερ, ημαρτον εις τον ουρανον και ενωπιον σου?18 Встану та й піду до батька мого і скажу йому Отче, я прогрішився проти неба й проти тебе!
19 και δεν ειμαι πλεον αξιος να ονομασθω υιος σου? καμε με ως ενα των μισθωτων σου.19 Я недостойний більше зватися твоїм сином. Прийми мене як одного з твоїх наймитів.
20 Και σηκωθεις ηλθε προς τον πατερα αυτου. Ενω, δε απειχεν ετι μακραν, ειδεν αυτον ο πατηρ αυτου και εσπλαγχνισθη, και δραμων επεπεσεν επι τον τραχηλον αυτου και κατεφιλησεν αυτον.20 І встав він і пішов до батька свого. І як він був іще далеко, побачив його батько його й, змилосердившись, побіг, на шию йому кинувся і поцілував його.
21 ειπε δε προς αυτον ο υιος? Πατερ, ημαρτον εις τον ουρανον και ενωπιον σου, και δεν ειμαι πλεον αξιος να ονομασθω υιος σου.21 Тут син сказав до нього Отче, я прогрішився проти неба й проти тебе. Я недостойний більше зватись твоїм сином.
22 Και ο πατηρ ειπε προς τους δουλους αυτου? Φερετε εξω την στολην την πρωτην και ενδυσατε αυτον, και δοτε δακτυλιδιον εις την χειρα αυτου και υποδηματα εις τους ποδας,22 А батько кликнув до слуг своїх Притьмом принесіть найкращу одіж, одягніть його, дайте йому на руку перстень і сандалі на ноги.
23 και φεροντες τον μοσχον τον σιτευτον σφαξατε, και φαγοντες ας ευφρανθωμεν,23 Та приведіть годоване теля і заріжте, і їжмо, веселімся,
24 διοτι ουτος ο υιος μου νεκρος ητο και ανεζησε, και απολωλως ητο και ευρεθη. Και ηρχισαν να ευφραινωνται.24 бо цей мій син був мертвий, і ожив, пропав був, і знайшовся. І вони заходились веселитися.
25 Ητο δε ο πρεσβυτερος αυτου υιος εν τω αγρω? και καθως ερχομενος επλησιασεν εις την οικιαν, ηκουσε συμφωνιαν και χορους,25 А старший його син був у полі; коли ж він, повертаючись, наблизився до дому, почув музику й танці.
26 και προσκαλεσας ενα των δουλων, ηρωτα τι ειναι ταυτα.26 Покликав він одного із слуг і спитав, що воно таке було б.
27 Ο δε ειπε προς αυτον οτι ο αδελφος σου ηλθε? και εσφαξεν ο πατηρ σου τον μοσχον τον σιτευτον, διοτι απηλαυσεν αυτον υγιαινοντα.27 Той же сказав йому Брат твій повернувся, і твій батько зарізав годоване теля, бо знайшов його живим-здоровим.
28 Και ωργισθη και δεν ηθελε να εισελθη. Εξηλθε λοιπον ο πατηρ αυτου και παρεκαλει αυτον.28 Розгнівався той і не хотів увійти. І вийшов тоді батько й почав його просити.
29 Ο δε αποκριθεις ειπε προς τον πατερα? Ιδου, τοσα ετη σε δουλευω, και ποτε εντολην σου δεν παρεβην, και εις εμε ουδε εριφιον εδωκας ποτε δια να ευφρανθω μετα των φιλων μου.29 А той озвався до батька Ось стільки років служу тобі й ніколи не переступив ні однієї заповіді твоєї, і ти не дав мені ніколи козеняти, щоб з друзями моїми повеселитись.
30 Οτε δε ο υιος σου ουτος, ο καταφαγων σου τον βιον μετα πορνων, ηλθεν, εσφαξας δι' αυτον τον μοσχον τον σιτευτον.30 Коли повернувся цей син твій, що проїв твій маєток з блудницями, ти зарізав для нього годоване теля.
31 Ο δε ειπε προς αυτον? Τεκνον, συ παντοτε μετ' εμου εισαι, και παντα τα εμα σα ειναι?31 Батько ж сказав до нього Ти завжди при мені, дитино, і все моє — твоє.
32 επρεπε δε να ευφρανθωμεν και να χαρωμεν, διοτι ο αδελφος σου ουτος νεκρος ητο και ανεζησε, και απολωλως ητο και ευρεθη.32 А веселитись і радіти треба було, бо оцей брат твій був мертвий і ожив, пропав був і знайшовся.»