| 1 Και ειπα, Ακουσατε τωρα, αρχηγοι του Ιακωβ και αρχοντες του οικου Ισραηλ? δεν ανηκει εις εσας να γνωριζητε την κρισιν; | 1 Dissi: «Udite, capi di Giacobbe e governanti della casa di Israele: Non è forse di vostra spettanza conoscere il diritto? |
| 2 Οι μισουντες το καλον και αγαπωντες το κακον, οι αποσπωντες το δερμα αυτων επανωθεν αυτων και την σαρκα αυτων απο των οστων αυτων, | 2 Ma voi odiate il bene e amate il male! Strappano loro la pelle via dal corpo e la carne dalle ossa, |
| 3 οι κατατρωγοντες ετι την σαρκα του λαου μου και εκδειροντες το δερμα αυτων επανωθεν αυτων και συντριβοντες τα οστα αυτων και κατακοπτοντες αυτα ως δια χυτραν και ως κρεας εν μεσω λεβητος. | 3 essi che si cibano della carne del mio popolo e tolgono loro la pelle via dal corpo e fiaccano loro le ossa; li spezzettano come la carne nella pentola e come il lesso dentro la caldaia. |
| 4 Τοτε θελουσι βοησει προς τον Κυριον, πλην δεν θελει εισακουσει αυτους? θελει μαλιστα κρυψει το προσωπον αυτου απ' αυτων εν τω καιρω εκεινω, διοτι εφερθησαν κακως εις τας πραξεις αυτων. | 4 Allora leveranno il grido a Jahvè ma egli non risponderà loro; anzi nasconderà loro la faccia, in quel tempo, poiché sono malvagi nelle loro azioni. |
| 5 Ουτω λεγει Κυριος περι των προφητων, οιτινες πλανωσι τον λαον μου, οιτινες δαγκανοντες δια των οδοντων αυτων φωναζουσιν, Ειρηνη? και εαν τις δεν βαλλη τι εις το στομα αυτων, κηρυττουσιν εναντιον αυτου πολεμον. | 5 Così dice Jahvè contro i profeti che seducono il mio popolo, che, se hanno da mordere con i denti, proclamano: “Pace!” ma a chi non'’mette loro nulla in bocca dichiarano guerra. |
| 6 Δια τουτο νυξ θελει εισθαι εις εσας αντι ορασεως και σκοτος εις εσας αντι μαντειας? και ο ηλιος θελει δυσει επι τους προφητας και η ημερα θελει συσκοτασει επ' αυτους. | 6 Sì, la vostra è una notte senza visione, la vostra è un’oscurità senza vaticinio. Il sole tramonta sui profeti, imbruna su di essi il giorno. |
| 7 Τοτε θελουσι καταισχυνθη οι βλεποντες και θελουσιν εντραπη οι μαντεις? και θελουσι σκεπασει τα χειλη αυτων παντες ουτοι, διοτι δεν ειναι αποκρισις Θεου. | 7 Restano sconcertati i veggenti, arrossiscono gli indovini: tutti si velano la barba, perché non hanno risposta da Dio. |
| 8 Αλλ' εγω βεβαιως ειμαι πληρης δυναμεως δια του πνευματος του Κυριου και κρισεως και ισχυος, δια να απαγγειλω εις τον Ιακωβ την παραβασιν αυτου και εις τον Ισραηλ την αμαρτιαν αυτου. | 8 E invece, quanto a me, mi sento pieno di forza, di spirito di Jahvè, di diritto e di coraggio, per denunciare a Giacobbe i suoi falli e a Israele i suoi peccati. |
| 9 Ακουσατε λοιπον τουτο, αρχηγοι του οικου Ιακωβ και αρχοντες του οικου Ισραηλ, οι βδελυττομενοι την κρισιν και διαστρεφοντες πασαν ευθυτητα, | 9 Udite questo, capi della casa di Giacobbe e governanti della casa di Israele, che aborrite il diritto e storcete ogni cosa retta, |
| 10 οι οικοδομουντες την Σιων εν αιματι και την Ιερουσαλημ εν ανομια. | 10 che edificate Sion con il sangue e Gerusalemme con il sopruso. |
| 11 Οι αρχοντες αυτης κρινουσι με δωρα και οι ιερεις αυτης διδασκουσιν επι μισθω και οι προφηται αυτης μαντευουσιν επι αργυριω και επαναπαυονται επι τον Κυριον, λεγοντες, Δεν ειναι ο Κυριος εν μεσω ημων; κακον δεν θελει ελθει εφ' ημας. | 11 I suoi capi giudicano per mance, i suoi sacerdoti dànno indicazioni per paga, i suoi profeti esercitano la divinazione per denaro è e fanno assegnamento su Jahvè, dicendo: «Forse non c’è Jahvè in mezzo a noi? Non ci coglierà nessun male!”. |
| 12 Δια τουτο η Σιων εξ αιτιας σας θελει αροτριασθη ως αγρος, και η Ιερουσαλημ θελει γεινει σωροι λιθων, και το ορος του οικου ως υψηλοι τοποι δρυμου. | 12 Perciò, per vostra causa: Sion sarà arato come un campo, Gerusalemme sarà ridotta in un mucchio di rovine e il monte del tempio in un’altura sterposa». |