| 1 Σαλπισατε σαλπιγγα εν Σιων, και αλαλαξατε εν τω ορει τω αγιω μου? ας τρομαξωσι παντες οι κατοικουντες την γην? διοτι ερχεται η ημερα του Κυριου, διοτι ειναι εγγυς? | 1 Suonate la tromba in Sion, date l’allarme sul mio santo monte; tremino tutti gli abitanti della regione perché viene il giorno di Jahvè, sì, è vicino, |
| 2 ημερα σκοτους και γνοφου, ημερα νεφελης και ομιχλης? ως αυγη εξαπλουται επι τα ορη λαος πολυς και ισχυρος? ομοιος αυτου δεν εσταθη απ' αιωνος ουδε μετ' αυτον θελει σταθη πλεον ποτε εις γενεας γενεων. | 2 giogo di tenebre e di oscurità giotno di nuvolo e di nebbia. Come una nube nera diffusa sui monti, è un popolo numeroso e forte. Simile a lui non ce ne fu mai, né dopo di lui più ce ne sarà fino agli anni dell’ultima generazione. |
| 3 Πυρ κατατρωγει εμπροσθεν αυτου και φλοξ κατακαιει οπισθεν αυτου? η γη ειναι ως ο παραδεισος της Εδεμ εμπροσθεν αυτου, και οπισθεν αυτου πεδιας ηφανισμενη? και βεβαιως δεν θελει εκφυγει απ' αυτου ουδεν. | 3 Davanti a lui un fuoco divora e dietro a lui una fiamma brucia: come il giardino dell’Eden è la terra davanti a lui e dietro a lui un deserto desolato; insomma non c’è scampo da lui. |
| 4 Η θεα αυτων ειναι ως θεα ιππων, και ως ιππεις, ουτω θελουσι τρεχει. | 4 Il loro aspetto è come di cavalli e come corsieri, così corrono essi: |
| 5 Ως κροτος αμαξων θελουσι πηδα επι τας κορυφας των ορεων, ως ηχος φλογος πυρος, ητις κατατρωγει την καλαμην, ως ισχυρος λαος παρατεταγμενος εις μαχην. | 5 come un fragore di carri, che balzano sulle cime dei monti; come il crepitar di una fiamma che divora la paglia; come un popolo agguerrito, ordinato a battaglia. |
| 6 Ενωπιον αυτου οι λαοι θελουσι κατατρομαξει? παντα τα προσωπα θελουσιν αποσβολωθη. | 6 Davanti a lui rabbrividiscono i popoli, tutte le facce sono allibite. |
| 7 Θελουσι τρεξει ως μαχηται, ως ανδρες πολεμισται θελουσιν αναβη το τειχος, και θελουσιν υπαγει εκαστος εις την οδον αυτου και δεν θελουσι χαλασει τας ταξεις αυτων. | 7 Corrono come prodi, come uomini di guerra salgono sulle mura, marciano ciascuno nella propria direzione e non s’intralciano nel loro sentiero; |
| 8 Και δεν θελουσι σπρωξει ο εις τον αλλον? θελουσι περιπατει εκαστος εις την οδον αυτου, και πιπτοντες επι τα βελη δεν θελουσι πληγωθη. | 8 uno non incalza l’altro: ciascuno va per la sua strada. Passano attraverso i dardi senza dar luogo a interruzioni. |
| 9 Θελουσι περιτρεχει εν τη πολει, θελουσι δραμει επι το τειχος, θελουσιν αναβαινει επι τας οικιας, θελουσιν εμβαινει δια των θυριδων ως κλεπτης. | 9 Si precipitano nella città, corrono sulle mura, si arrampicano sulle case, attraverso le finestre penetrano come il ladro. |
| 10 Η γη θελει σεισθη εμπροσθεν αυτων, οι ουρανοι θελουσι τρεμει, ο ηλιος και η σεληνη θελουσι συσκοτασει, και τα αστρα θελουσι συρει οπισω το φεγγος αυτων. | 10 Davanti a lui trema la terra e il cielo si scuote, il sole e la luna si oscurano, le stelle celano il loro splendore. |
| 11 Και ο Κυριος θελει εκπεμψει την φωνην αυτου εμπροσθεν του στρατευματος αυτου? διοτι το στρατοπεδον αυτου ειναι μεγα σφοδρα, διοτι ο εκτελων τον λογον αυτου ειναι ισχυρος, διοτι η ημερα του Κυριου ειναι μεγαλη και τρομερα σφοδρα και τις δυναται να υποφερη αυτην; | 11 Jahvè fa risuonare la sua voce davanti alla sua schiera. Si, numeroso assai è il suo esercito, potente è colui che realizza la sua parola! Sì, grande è il giorno di Jahvè e molto terribile; chi lo sopporterà? |
| 12 Και τωρα δια τουτο, λεγει Κυριος, επιστρεψατε προς εμε εξ ολης της καρδιας υμων και εν νηστεια και εν κλαυθμω και εν πενθει. | 12 Ora dunque — oracolo di Jahvè — volgetevi a me con tutto il cuore, con digiuni e con pianti e con lamenti; |
| 13 Και διαρρηξατε την καρδιαν σας και μη τα ιματια σας και επιστρεψατε προς Κυριον τον Θεον σας? διοτι ειναι ελεημων και οικτιρμων, μακροθυμος και πολυελεος και μεταμελουμενος δια το κακον. | 13 lacerate i vostri cuori e non le vostre vesti. Volgetevi a Jahvè vostro Dio poiché egli è benigno e misericordioso, tardo all’ira e ricco di benevolenza ed è placabile riguardo al male. |
| 14 Τις οιδεν, αν θελη επιστρεψει και μεταμεληθη και αφησει ευλογιαν κατοπιν αυτου, προσφοραν και σπονδην εις Κυριον τον Θεον υμων; | 14 Chi sa che non cambi, si plachi e lasci dietro di sé una benedizione Oblazione e libazioni a Jahvè vostro Dio. |
| 15 Σαλπισατε σαλπιγγα εν Σιων, αγιασατε νηστειαν, κηρυξατε συναξιν επισημον. | 15 Suonate la tromba in Sion, bandite un digiuno sacro, convocate una adunanza solenne, |
| 16 Συναθροισατε τον λαον, αγιασατε την συναξιν, συναξατε τους πρεσβυτερους, συναθροισατε τα νηπια και τα θηλαζοντα μαστους? ας εξελθη ο νυμφιος εκ του κοιτωνος αυτου και η νυμφη εκ του θαλαμου αυτης. | 16 radunate il popolo, indite un’assemblea, riunite i vecchi, radunate i fanciulli, i bambini che succhiano i seni. Esca lo sposo dalla sua camera e la sposa dal suo talamo. |
| 17 Ας κλαυσωσιν οι ιερεις, οι λειτουργοι του Κυριου, μεταξυ της στοας και του θυσιαστηριου, και ας ειπωσι, Φεισαι, Κυριε, του λαου σου και μη δωσης την κληρονομιαν σου εις ονειδος, ωστε να κυριευσωσιν αυτους τα εθνη? δια τι να ειπωσι μεταξυ των λαων, Που ειναι ο Θεος αυτων; | 17 Tra il vestibolo e l’altare piangano i sacerdoti, che servono Jahvè e dicano: «Risparmia, Jahvè, il tuo popolo, e non esporre la tua eredità al ludibrio, così che la dileggino le nazioni. Perché si potrebbe dire tra i popoli: “Dov’è il loro Dio?” |
| 18 Και ο Κυριος θελει ζηλοτυπησει δια την γην αυτου και θελει φεισθη του λαου αυτου. | 18 Jahvè si mostri premuroso per la sua terra e risparmi il suo popolo». |
| 19 Ναι, ο Κυριος θελει αποκριθη και ειπει προς τον λαον αυτου, Ιδου, εγω θελω εξαποστειλει προς υμας τον σιτον και τον οινον και το ελαιον και θελετε εμπλησθη απ' αυτων, και δεν θελω σας καμει πλεον ονειδος μεταξυ των εθνων. | 19 Jahvè rispose e disse al suo popolo: «Ecco, io vi mando il frumento, il mosto e l’olio, così che ne siate sazi; non vi esporrò più qual ludibrio tra le nazioni. |
| 20 Αλλα θελω απομακρυνει απο σας τον εκ του βορρα πολεμιον, και θελω εξωσει αυτον εις γην ανυδρον και ερημον, με το προσωπον αυτου προς την ανατολικην θαλασσαν, το δε οπισθεν αυτου μερος προς την θαλασσαν την δυτικην, και η δυσωδια αυτου θελει αναβη και η κακη οσμη αυτου θελει υψωθη, διοτι επραξε μεγαλα. | 20 Colui che viene dal nord allontanerò da voi e caccerò in una terra arida e deserta: la sua avanguardia sarà volta al mare Orientale e la sua retroguardia al mare Occidentale. Salirà il suo puzzo ed esalerà il suo fetore, poiché gran male ha fatto! |
| 21 Μη φοβου, γη? χαιρε και ευφραινου? διοτι ο Κυριος θελει καμει μεγαλεια. | 21 Non temere, o terra, esulta e rallegrati, perché grandi cose ha fatto Jahvè. |
| 22 Μη τρομαζετε, κτηνη της πεδιαδος? διοτι αι βοσκαι της ερημου βλαστανουσι, διοτι το δενδρον φερει τον καρπον αυτου, η συκη και η αμπελος εκδιδουσι την δυναμιν αυτων. | 22 Non temete, bestie selvatiche, perché rinverdiscono i campi della steppa, perché gli alberi apportano frutto, il fico e la vite dànno prodotti. |
| 23 Και, τα τεκνα της Σιων, χαιρετε και ευφραινεσθε εις Κυριον τον Θεον σας? διοτι εδωκεν εις εσας την πρωιμον βροχην εγκαιρως και θελει βρεξει εις εσας βροχην πρωιμον και οψιμον ως προτερον. | 23 Voi, figli di Sion, esultate e rallegratevi in Jahvè vostro Dio, perché egli vi dà un maestro di giustizia e vi fa scendere la pioggia, la prima pioggia e l’ultima come prima. |
| 24 Και τα αλωνια θελουσι γεμισθη απο σιτου και οι ληνοι θελουσιν υπερεκχειλισει απο οινου και ελαιου. | 24 Le aie diventeranno piene di grano e i pozzetti traboccheranno di mosto e di olio. |
| 25 Και θελω αναπληρωσει εις εσας τα ετη, τα οποια κατεφαγεν η ακρις, ο βρουχος και η ερυσιβη και η καμπη, το στρατευμα μου το μεγα, το οποιον εξαπεστειλα εναντιον σας. | 25 Vi risarcirò delle annate che vi ha divorato la locusta, il bruco e la cavalletta e il verme, il mio grande esercito che vi ho mandato. |
| 26 Και θελετε φαγει αφθονως και χορτασθη και αινεσει το ονομα Κυριου του Θεου σας? οστις εκαμε θαυμασια με σας? και ο λαος μου δεν θελει καταισχυνθη εις τον αιωνα. | 26 E mangerete molto, a sazietà, e loderete il nome di Jahvè vostro Dio che agì con voi in modo meraviglioso e il mio popolo non subirà mai più vergogna. |
| 27 Και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι εν μεσω του Ισραηλ και εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας και δεν ειναι αλλος ουδεις? και ο λαος μου δεν θελει καταισχυνθη εις τον αιωνα. | 27 Saprete che io sono in mezzo a Israele. Io sono Jahvè vostro Dio, e non ce mè nessun altro. E il mio popolo non subirà mai più vergogna». |
| 28 Και μετα ταυτα θελω εκχεει το πνευμα μου επι πασαν σαρκα? και θελουσι προφητευσει οι υιοι σας και αι θυγατερες σας? οι πρεσβυτεροι σας θελουσιν ενυπνιασθη ενυπνια, οι νεανισκοι σας θελουσιν ιδει ορασεις. | |
| 29 Και ετι επι τους δουλους μου και επι τας δουλας μου εν ταις ημεραις εκειναις θελω εκχεει το πνευμα μου. | |
| 30 Και θελω δειξει τερατα εν τοις ουρανοις και επι της γης, αιμα και πυρ και ατμιδα καπνου. | |
| 31 Ο ηλιος θελει μεταστραφη εις σκοτος και η σεληνη εις αιμα, πριν ελθη η ημερα του Κυριου η μεγαλη και επιφανης. | |
| 32 Και πας οστις επικαλεσθη το ονομα του Κυριου, θελει σωθη? διοτι εν τω ορει Σιων και εν Ιερουσαλημ θελει εισθαι σωτηρια, καθως ειπεν ο Κυριος, και εις τους υπολοιπους τους οποιους ο Κυριος θελει προσκαλεσει. | |