| 1 Ο λογος του Κυριου ο γενομενος προς Ιωηλ τον υιον του Φαθουηλ. | 1 Palavra do Senhor dirigida a Joel, filho de Fatuel. |
| 2 Ακουσατε τουτο, οι πρεσβυτεροι, και δοτε ακροασιν, παντες οι κατοικουντες την γην? εγεινε τουτο εν ταις ημεραις υμων η εν ταις ημεραις των πατερων υμων; | 2 Ouvi isto, velhos! Vós todos habitantes da terra (de Judá), aplicai os vossos ouvidos! Aconteceu uma coisa como esta em vossos dias, ou nos dias de vossos pais? |
| 3 Διηγηθητε προς τα τεκνα σας περι τουτου και τα τεκνα σας προς τα τεκνα αυτων και τα τεκνα αυτων προς αλλην γενεαν. | 3 Contai-a a vossos filhos, e contem-na vossos filhos a seus filhos, e os filhos destes à geração seguinte. |
| 4 Ο, τι αφηκεν η καμπη, κατεφαγεν η ακρις? και ο, τι αφηκεν η ακρις, κατεφαγεν ο βρουχος? και ο, τι αφηκεν ο βρουχος, κατεφαγεν η ερυσιβη. | 4 O gafanhoto (arbê) comeu o que tinha ficado do gazam; o yeleg comeu o que tinha ficado do gafanhoto; o hasil comeu o que tinha ficado do yeleq. |
| 5 Ανανηψατε, μεθυσοι, και κλαυσατε, και ολολυξατε, παντες οι οινοποται, δια τον νεον οινον? διοτι αφηρεθη απο του στοματος σας. | 5 Despertai, ó ébrios, e chorai; lamentai-vos, vós que bebeis vinho, porque ele foi tirado da vossa boca. |
| 6 Επειδη εθνος ανεβη επι την γην μου, ισχυρον και αναριθμητον, του οποιου οι οδοντες ειναι οδοντες λεοντος, και εχει μυλοδοντας σκυμνου. | 6 Um povo forte e inumerável veio sobre a minha terra; os seus dentes são como os dentes de leão, e as mandíbulas como de leoa. |
| 7 Εθεσε την αμπελον μου εις αφανισμον και τας συκας μου εις θραυσιν? ολως εξελεπισεν αυτην και απερριψε? τα κληματα αυτης εμειναν λευκα. | 7 Reduziu a minha vinha a um deserto, devastou as minhas figueiras, descascou-as completamente e lançou-as por terra; os seus ramos (roídos e secos) tomaram-se brancos. |
| 8 Θρηνησον ως νυμφη περιεζωσμενη σακκον δια τον ανδρα της νεοτητος αυτης. | 8 Chora (ó Israel) como uma donzela, cingida de cilício, pelo prometido da sua juventude. |
| 9 Η προσφορα και η σπονδη αφηρεθη απο του οικου του Κυριου? πενθουσιν οι ιερεις, οι λειτουργοι του Κυριου. | 9 Desapareceram da casa do Senhor as oferendas e as libações; os sacerdotes, ministros do Senhor, estão de luto. |
| 10 Ηρημωθη η πεδιας, πενθει η γη? διοτι ηφανισθη ο σιτος, εξηρανθη ο νεος οινος, εξελιπε το ελαιον. | 10 Os campos estão devastados, a terra enlutada, porque o trigo foi destruído, o vinho perdido, e o azeite falhou. |
| 11 Αισχυνθητε, γεωργοι? ολολυξατε, αμπελουργοι, δια τον σιτον και δια την κριθην? διοτι ο θερισμος του αγρου απωλεσθη. | 11 Os lavradores estão confusos, os vinhateiros soltam gritos, por causa do trigo e da cevada, pois se perdeu a colheita dos campos. |
| 12 Η αμπελος εξηρανθη και η συκη εξελιπεν? η ροιδια και ο φοινιξ και η μηλεα, παντα τα δενδρα του αγρου εξηρανθησαν, ωστε εξελιπεν η χαρα απο των υιων των ανθρωπων. | 12 A vinha não vingou, a figueira secou; as romanzeiras, as palmeiras e as macieiras, todas as árvores do campo secaram; (por cujo motivo) a alegria, envergonhada, foi para longe dos filhos dos homens. |
| 13 Περιζωσθητε και θρηνειτε, ιερεις? ολολυζετε, λειτουργοι του θυσιαστηριου? ελθετε, διανυκτερευσατε εν σακκω, λειτουργοι του Θεου μου? διοτι η προσφορα και η σπονδη επαυθη απο του οικου του Θεου σας. | 13 Cingi-vos, sacerdotes, e chorai; soltai gritos, ministros do altar ! Vinde, passai a noite vestidos de saco, ministros do meu Deus, porque da casa do vosso Deus o povo desapareceram a oferenda e a libação. |
| 14 Αγιασατε νηστειαν, κηρυξατε συναξιν επισημον, συναξατε τους πρεσβυτερους, παντας τους κατοικους του τοπου, εις τον οικον Κυριου του Θεου σας? και βοησατε προς τον Κυριον, | 14 Ordenai à um jejum sagrado, convocai a assembleia, congregai os anciães e todos os habitantes do país, para a casa do vosso Deus, e clamai ao Senhor. |
| 15 Οιμοι δια την ημεραν εκεινην? διοτι η ημερα του Κυριου επλησιασε και θελει ελθει ως ολεθρος απο του Παντοδυναμου. | 15 Ai, que dia (terrível) ! O dia do Senhor está perto! Virá como uma assolação da parte do Todo-Poderoso. |
| 16 Δεν αφηρεθησαν αι τροφαι απ' εμπροσθεν των οφθαλμων ημων, η ευφροσυνη και η χαρα απο του οικου του Θεου ημων; | 16 Porventura não desapareceram diante dos vossos olhos os alimentos, e, da casa do nosso Deus, a alegria e o regozijo? |
| 17 Οι σποροι φθειρονται υπο τους βωλους αυτων, αι σιτοθηκαι ηρημωθησαν, αι αποθηκαι εχαλασθησαν? διοτι ο σιτος εξηρανθη. | 17 As sementes apodreceram debaixo dos torrões, os celeiros estão vazios, os armazéns arruinados, porque se perdeu o trigo. |
| 18 Πως στεναζουσι τα κτηνη? αδημονουσιν αι αγελαι των βοων, διοτι δεν εχουσι βοσκην? ναι, τα ποιμνια των προβατων ηφανισθησαν. | 18 Por que gemem os animais, porque andam errantes manadas de bois, desvairadamente? Porque não têm pastos; até os rebanhos das ovelhas perecem. |
| 19 Κυριε, προς σε θελω βοησει? διοτι το πυρ κατηναλωσε τας βοσκας της ερημου και η φλοξ κατεκαυσε παντα τα δενδρα του αγρου. | 19 Clamo a ti, Senhor, porque o fogo (da sequeira) devorou toda a verdura do deserto, a chama queimou todas as árvores dos campos. |
| 20 Τα κτηνη ετι της πεδιαδος χασκουσι προς σε? διοτι εξηρανθησαν οι ρυακες των υδατων και πυρ κατεφαγε τας βοσκας της ερημου. | 20 Os próprios animais levantam a cabeça para ti, porque as correntes de água secaram e o fogo (da sequeira) devorou tudo o que havia de verde no deserto. |