SCRUTATIO

Giovedi, 9 luglio 2026 - Santa Veronica Giuliani ( Letture di oggi)

ΙΕΡΕΜΙΑΣ - Geremia - Jeremiah 26


font
GREEK BIBLELe Sainte Bible Vigouroux
1 Εν τη αρχη της βασιλειας του Ιωακειμ υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα, εγεινεν ο λογος ουτος παρα Κυριου, λεγων,1 Au commencement du règne de Joakim, fils de Josias, roi de Juda, cette parole fut prononcée par le Seigneur en ces termes :
2 Ουτω λεγει Κυριος? Στηθι εν τη αυλη του οικου του Κυριου και λαλησον προς πασας τας πολεις του Ιουδα τας ερχομενας δια να προσκυνησωσιν εν τω οικω του Κυριου, παντας τους λογους, τους οποιους προσεταξα εις σε να λαλησης προς αυτους? μη αφαιρεσης λογον.2 Ainsi parle le Seigneur : Tiens-toi dans le parvis de la maison du Seigneur, et dis à toutes les villes de Juda d'où l'on vient pour adorer dans la maison du Seigneur, toutes les paroles que je t'ai ordonné de leur dire ; n'en retranche pas un mot ;
3 Ισως θελουσιν ακουσει και επιστρεψει εκαστος απο της οδου αυτου της πονηρας και μετανοησω περι του κακου, το οποιον βουλευομαι να καμω εις αυτους δια την κακιαν των εργων αυτων.3 peut-être écouteront-ils, et reviendront-ils chacun de sa mauvaise voie, et je me repentirai du mal que j'ai résolu de leur faire, à cause de la malice de leurs penchants (œuvres).
4 Και θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος? Εαν δεν μου ακουσητε, ωστε να περιπατητε εν τω νομω μου, τον οποιον εθεσα εμπροσθεν σας,4 Et tu leur diras : Ainsi parle le Seigneur : Si vous ne m'écoutez pas, et si vous ne marchez pas (quand j'ordonne que vous marchiez) dans la (ma) loi que je vous ai donnée,
5 να υπακουητε εις τους λογους των δουλων μου των προφητων, τους οποιους απεστειλα προς εσας εγειρομενος πρωι και αποστελλων, πλην σεις δεν ηκουσατε,5 en écoutant les paroles de mes serviteurs les prophètes, que je vous ai envoyés, me levant dès le matin, et que vous n'avez pas écoutés,
6 τοτε θελω καταστησει τον οικον τουτον ως την Σηλω, και την πολιν ταυτην θελω καταστησει καταραν εις παντα τα εθνη της γης.6 je traiterai cette maison comme Silo, et je rendrai (livrerai) cette ville l'exécration de (en malédiction à) tous les peuples de la terre.
7 Και ηκουσαν οι ιερεις και οι προφηται και πας ο λαος τον Ιερεμιαν, λαλουντα τους λογους τουτους εν τω οικω του Κυριου.7 Les prêtres, les prophètes et tout le peuple entendirent Jérémie qui disait ces paroles dans la maison du Seigneur.
8 Και αφου ο Ιερεμιας επαυσε λαλων παντα οσα προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος να λαληση προς παντα τον λαον, οι ιερεις και οι προφηται και πας ο λαος συνελαβον αυτον λεγοντες, Θελεις εξαπαντος θανατωθη?8 Et lorsque Jérémie eut achevé de dire tout ce que le Seigneur lui avait ordonné de dire à tout le peuple, les prêtres, les prophètes et tout le peuple se saisirent de lui, en disant : Il faut qu'il meure (de mort, note).
9 δια τι προεφητευσας εν ονοματι Κυριου λεγων, Ο οικος ουτος θελει εισθαι ως η Σηλω και η πολις αυτη θελει ερημωθη? ωστε να μη ηναι ο κατοικων; Και πας ο λαος συνηχθη κατα του Ιερεμιου εν τω οικω του Κυριου.9 Pourquoi a-t-il prophétisé au nom du Seigneur, en disant : Cette maison sera comme Silo, et cette ville sera dévastée sans qu'il reste d'habitants ? Alors tout le peuple s'attroupa contre Jérémie dans la maison du Seigneur.
10 Και ακουσαντες οι αρχοντες του Ιουδα τα πραγματα ταυτα, ανεβησαν εκ του οικου του βασιλεως εις τον οικον του Κυριου και εκαθησαν εν τη εισοδω της νεας πυλης του Κυριου.10 Les princes de Juda ayant appris (entendirent) ces choses (paroles), montèrent de la maison du roi à la maison du Seigneur, et s'assirent à l'entrée de la porte neuve de la maison du Seigneur.
11 Τοτε οι ιερεις και οι προφηται ελαλησαν προς τους αρχοντας και προς παντα τον λαον λεγοντες, Κρισις θανατου πρεπει εις τον ανθρωπον τουτον, διοτι προεφητευσε κατα της πολεως ταυτης, ως ηκουσατε με τα ωτα σας.11 Les prêtres et les prophètes parlèrent aux princes et à tout le peuple, en disant : Cet homme mérite la mort (un jugement de mort), car il a prophétisé contre cette ville, comme vous l'avez entendu de vos oreilles.
12 Και ελαλησεν ο Ιερεμιας προς παντας τους αρχοντας και προς παντα τον λαον λεγων, Ο Κυριος με απεστειλε δια να προφητευσω κατα του οικου τουτου και κατα της πολεως ταυτης παντας τους λογους τους οποιους ηκουσατε.12 Jérémie dit à tous les princes et à tout le peuple : Le Seigneur m'a envoyé pour prédire à cette maison et à cette ville toutes les choses que vous avez entendues.
13 Δια τουτο τωρα διορθωσατε τας οδους υμων και τας πραξεις υμων και υπακουσατε εις την φωνην Κυριου του Θεου υμων? και ο Κυριος θελει μετανοησει περι του κακου, το οποιον ελαλησε καθ' υμων.13 Améliorez (Rendez) donc maintenant (droites) vos voies et vos penchants (œuvres), et écoutez la parole du Seigneur votre Dieu, et le Seigneur se repentira du mal qu'il a proféré (annoncé) contre vous.
14 Εγω δε, ιδου, ειμαι εν ταις χερσιν υμων? καμετε εις εμε, οπως ειναι καλον και οπως αρεστον εις τους οφθαλμους υμων.14 Pour moi, me voici entre vos mains, faites-moi ce qui est bon et juste à vos yeux.
15 Πλην εξευρετε μετα βεβαιοτητος, οτι εαν με θανατωσητε, αιμα αθωον θελετε βεβαιως φερει εφ' υμας και επι την πολιν ταυτην και επι τους κατοικους αυτης? διοτι τη αληθεια ο Κυριος με απεστειλε προς υμας, δια να λαλησω εις τα ωτα υμων παντας τους λογους τουτους.15 Cependant sachez et apprenez que si vous me faites mourir, vous livrerez le (un) sang innocent, contre vous-mêmes, et contre cette ville et ses habitants, car le Seigneur m'a véritablement envoyé vers vous, pour prononcer toutes ces paroles à vos oreilles.
16 Τοτε οι αρχοντες και απας ο λαος ειπον προς τους ιερεις και προς τους προφητας, δεν υπαρχει κρισις θανατου εις τον ανθρωπον τουτον? διοτι εν τω ονοματι Κυριου του Θεου ημων ελαλησε προς ημας.16 Et les princes et tout le peuple dirent aux prêtres et aux prophètes : Cet homme n'a pas mérité la mort (un jugement de mort), car il nous a parlé au nom du Seigneur notre Dieu.
17 Τοτε εσηκωθησαν τινες εκ των πρεσβυτερων του τοπου και ελαλησαν προς απασαν την συναγωγην του λαου, λεγοντες,17 Alors quelques-uns des plus anciens du pays se levèrent, et dirent à toute l'assemblée du peuple :
18 Ο Μιχαιας ο Μωρασθιτης προεφητευεν εν ταις ημεραις Εζεκιου βασιλεως του Ιουδα και ελαλησε προς παντα τον λαον του Ιουδα λεγων, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων? Η Σιων θελει αροτριασθη ως αγρος, και η Ιερουσαλημ θελει γεινει σωροι λιθων και το ορος του οικου ως υψηλοι τοποι δρυμου.18 Michée de Morasthi prophétisa au temps d'Ezéchias, roi de Juda, et il parla à tout le peuple de Juda, en ces termes : Voici ce que dit le Seigneur des armées : Sion sera labourée comme un champ, Jérusalem deviendra un monceau de pierres, et la montagne de la maison du Seigneur une haute forêt.
19 Μηπως ο Εζεκιας ο βασιλευς του Ιουδα και πας ο Ιουδας εθανατωσαν αυτον; δεν εφοβηθη τον Κυριον και παρεκαλεσε το προσωπον του Κυριου, και ο Κυριος μετενοησε περι του κακου, το οποιον ελαλησε κατ' αυτων; Ημεις λοιπον ηθελομεν προξενησει μεγα κακον κατα των ψυχων ημων.19 Ezéchias, roi de Juda, et tout le peuple le condamnèrent-ils à mort ? Ne craignirent-ils pas le Seigneur et n'implorèrent-ils pas la face du Seigneur, et le Seigneur ne s'est-il pas repenti du mal qu'il avait prononcé contre eux ? Aussi nous faisons un grand mal contre nos âmes.
20 Και προσετι υπηρξεν ανθρωπος προφητευων εν ονοματι Κυριου, Ουριας ο υιος του Σεμαιου απο Κιριαθ-ιαρειμ, και προεφητευσε κατα της πολεως ταυτης και κατα της γης ταυτης κατα παντας τους λογους του Ιερεμιου.20 Il y eut aussi un homme qui prophétisait au nom du Seigneur, Urie, fils de Séméi, de Cariathiarim, et il prophétisa contre cette ville et contre ce pays toutes les mêmes choses que Jérémie.
21 Και οτε ηκουσεν ο βασιλευς Ιωακειμ και παντες οι δυνατοι αυτου και παντες οι αρχοντες τους λογους αυτου, ο βασιλευς εζητει να θανατωση αυτον? ακουσας δε ο Ουριας εφοβηθη και εφυγε και υπηγεν εις την Αιγυπτον.21 Et le roi Joakim, et tous les puissants de sa cour et ses princes entendirent ces paroles, et le roi chercha à le faire mourir ; Urie l'apprit, et il eut peur, et il s'enfuit, et alla en Egypte.
22 Και απεστειλεν Ιωακειμ ο βασιλευς ανδρας εις την Αιγυπτον, τον Ελναθαν υιον του Αχβωρ και ανδρας μετ' αυτου εις την Αιγυπτον?22 Et le roi Joakim envoya des hommes en Egypte, Elnathan, fils d'Achobor, et des hommes avec lui en Egypte,
23 και εξηγαγον τον Ουριαν εκ της Αιγυπτου και εφεραν αυτον προς τον βασιλεα Ιωακειμ, και επαταξεν αυτον εν μαχαιρα και ερριψε το πτωμα αυτου εις τους ταφους του οχλου.23 et ils firent sortir Urie d'Egypte, et ils l'amenèrent au roi Joakim, qui le frappa du glaive, et jeta son cadavre dans les sépulcres des derniers du peuple.
24 Πλην η χειρ του Αχικαμ υιου του Σαφαν ητο μετα του Ιερεμια, δια να μη παραδωσωσιν αυτον εις την χειρα του λαου ωστε να θανατωσωσιν αυτον.24 Cependant la main d'Ahicam, fils de Saphan, fut avec Jérémie, et empêcha qu'il ne fût livré aux mains du peuple et qu'on ne le mît à mort.