| 1 Καταβα και καθησον επι του χωματος, παρθενε θυγατηρ της Βαβυλωνος? καθησον κατα γης? θρονος πλεον δεν ειναι, θυγατηρ των Χαλδαιων? διοτι δεν θελεις πλεον ονομασθη απαλη και τρυφερα. | 1 Desce, senta-te no pó, virgem, filha de Babilónia; senta-te na terra, sem trono, filha dos Caldeus! Daqui em diante não serás chamada a mimosa e a voluptuosa. |
| 2 Πιασον τον χειρομυλον και αλεθε αλευρον? εκκαλυψον τους πλοκαμους σου, γυμνωσον τους ποδας, εκκαλυψον τας κνημας, περασον τους ποταμους. | 2 Anda (como a escrava) com a mó, mói a farinha, tira o teu véu, arregaça os vestidos, descobre as pernas para passar os rios (a fim de ires para o cativeiro). |
| 3 Η γυμνωσις σου θελει εκκαλυφθη? ναι, η αισχυνη σου θελει φανη? εκδικησιν θελω λαβει και δεν θελω φεισθη ανθρωπον. | 3 A tua nudez seja descoberta, veja-se o teu opróbrio. Tomarei vingança, não pouparei ninguém. |
| 4 Του Λυτρωτου ημων το ονομα ειναι, Ο Κυριος των δυναμεων, ο Αγιος του Ισραηλ. | 4 O nosso redentor (ó Israel) tem por nome Senhor dos exércitos, o Santo de Israel. |
| 5 Καθησον σιωπωσα και εισελθε εις το σκοτος, θυγατηρ των Χαλδαιων? διοτι δεν θελεις πλεον ονομαζεσθαι, Η κυρια των βασιλειων. | 5 Senta-te, ficando em silêncio, e entra nas trevas, ó filha dos Caldeus, porque não serás daqui era diante chamada a senhora dos reinos. |
| 6 Ωργισθην κατα του λαου μου, εμιανα την κληρονομιαν μου και παρεδωκα αυτους εις την χειρα σου? πλην συ δεν εδειξας εις αυτους ελεος? σφοδρα εβαρυνας τον ζυγον σου επι τον γεροντα. | 6 Estava irritado contra o meu povo, deixei profanar a minha herança, entreguei-ta nas tuas mãos. Tu não usaste de misericórdia, tornaste muito pesado o teu jugo (mesmo) sobre o velho. |
| 7 Και ειπας, εις τον αιωνα θελω εισθαι κυρια? ωστε δεν εβαλες ταυτα εν τη καρδια σου ουδε ενεθυμηθης τα εσχατα αυτων. | 7 Disseste: Eu serei soberana para sempre! Não pensaste nestas coisas, nem te lembraste do teu fim. |
| 8 Τωρα λοιπον ακουσον τουτο, η παραδεδομενη εις τας τρυφας, η κατοικουσα αμεριμνως, η λεγουσα εν τη καρδια σου, Εγω ειμαι και εκτος εμου ουδεμια αλλη? δεν θελω καθησει χηρα και δεν θελω γνωρισει ατεκνωσιν. | 8 Agora, pois, ouve isto, ó voluptuosa, que te sentes segura, que dizes no teu coração: Eu, e mais ninguém senão eu! Nunca ficarei viúva (ou só), nem tão pouco me verei sem filhos. |
| 9 Τα δυο ταυτα θελουσι βεβαιως ελθει επι σε εξαιφνης εν μια ημερα, ατεκνωσις και χηρεια? θελουσιν ελθει επι σε καθ' ολοκληριαν δια το πληθος των μαγειων σου, δια την μεγαλην αφθονιαν των γοητευματων σου? | 9 Num só dia virão subitamente sobre ti estes dois males: a falta de filhos e a viuvez; estas desgraças virão sobre ti, apesar da multidão dos teus sortilégios e do poder dos teus encantamentos. |
| 10 διοτι εθαρρευθης επι την πονηριαν σου και ειπας, δεν με βλεπει ουδεις. Η σοφια σου και η επιστημη σου σε απεπλανησαν? και ειπας εν τη καρδια σου, Εγω ειμαι και εκτος εμου ουδεμια αλλη. | 10 Tiveste confiança na tua malícia e disseste: Não há quem me veja! Esta tua sabedoria e esta tua ciência (vã) seduziram-te. Disseste dentro no teu coração: Eu, e mais ninguém senão eu. |
| 11 Δια τουτο θελει ελθει κακον επι σε, χωρις να εξευρης ποθεν γενναται? και συμφορα θελει πεσει κατα σου, χωρις να δυνασαι να αποστρεψης αυτην? και ολεθρος θελει ελθει, αιφνιδιως επι σε, χωρις να εξευρης. | 11 Virá sobre ti o mal, que não poderás conjurar, lançar-se-á com ímpeto sobre ti uma calamidade, que não poderás evitar; virá sobre ti repentinamente uma miséria, que não terás previsto. |
| 12 Στηθι τωρα με τας γοητειας σου και με το πληθος των μαγειων σου, εις τας οποιας ηγωνισθης εκ νεοτητος σου? αν δυνασαι να ωφεληθης, αν δυνασαι να υπερισχυσης. | 12 Deixa-te estar com os teus encantamentos e com a multidão dos teus sortilégios, a que te entregaste desde a tua mocidade, para ver se acaso te aproveita isso alguma coisa, ou se podes inspirar terror. |
| 13 Απεκαμες εν τω πληθει των βουλων σου. Ας σηκωθωσι τωρα οι ουρανοσκοποι, οι αστρολογοι, οι μηνολογοι προγνωστικοι, και ας σε σωσωσιν εκ των επερχομενων επι σε. | 13 Tu te fatigaste à força de consultas (aos teus adivinhos). Apresentem-se agora e salvem-te esses que fazem a carta do céu, observam os astros, e te dão conhecimento, em cada neoménia, do que te deve acontecer. |
| 14 Ιδου, θελουσιν εισθαι ως αχυρον? πυρ θελει κατακαυσει αυτους? δεν θελουσι δυνηθη να σωσωσιν εαυτους απο της δυναμεως της φλογος? δεν θελει μεινει ανθραξ δια να θερμανθη τις ουδε πυρ δια να καθηση εμπροσθεν αυτου. | 14 Eles tornaram-se como a palha, que o fogo devorará. Não livrarão a sua vida da chama: (as {1:brasas} dessa fogueira) não serão brasas para aquecer, nem um fogo para se estar sentado diante dele. |
| 15 Τοιουτοι θελουσιν εισθαι εις σε εκεινοι, μετα των οποιων εκ νεοτητος σου εκοπιασας, οι εμποροι σου? θελουσι φυγει περιπλανωμενοι εκαστος εις το μερος αυτου? ουδεις θελει σε σωσει. | 15 Eis de que te valerão aqueles pelos quais tanto te afadigaste, aqueles com que tiveste comércio desde a tua juventude. Fugirão cada um para o seu lado, e não haverá ninguém que te salve. |