| 1 Δολια πλαστιγξ βδελυγμα εις τον Κυριον? δικαιον δε ζυγιον ευαρεστησις αυτου. | 1 מֹאזְנֵי מִרְמָה תּוֹעֲבַת יְהֹוָהוְאֶבֶן שְׁלֵמָה רְצוֹנֽוֹ׃ |
| 2 Οπου εισελθη υπερηφανια, εισερχεται και καταισχυνη? η δε σοφια ειναι μετα των ταπεινων. | 2 בָּֽא־זָדוֹן וַיָּבֹא קָלוֹןוְֽאֶת־צְנוּעִים חׇכְמָֽה׃ |
| 3 Η ακεραιοτης των ευθεων θελει οδηγει αυτους? η δε υπουλοτης των σκολιων θελει απολεσει αυτους. | 3 תֻּמַּת יְשָׁרִים תַּנְחֵםוְסֶלֶף בֹּגְדִים ושדם יְשָׁדֵּֽם׃ |
| 4 Τα πλουτη δεν ωφελουσιν εν ημερα οργης? η δε δικαιοσυνη ελευθερονει εκ θανατου. | 4 לֹא־יוֹעִיל הוֹן בְּיוֹם עֶבְרָהוּצְדָקָה תַּצִּיל מִמָּֽוֶת׃ |
| 5 Η δικαιοσυνη του ακεραιου θελει ορθοτομησει την οδον αυτου? ο δε ασεβης θελει πεσει δια της ασεβειας αυτου. | 5 צִדְקַת תָּמִים תְּיַשֵּׁר דַּרְכּוֹוּבְרִשְׁעָתוֹ יִפֹּל רָשָֽׁע׃ |
| 6 Η δικαιοσυνη των ευθεων θελει ελευθερωσει αυτους? οι δε παραβαται θελουσι συλληφθη εν τη κακια αυτων. | 6 צִדְקַת יְשָׁרִים תַּצִּילֵםוּבְהַוַּת בֹּגְדִים יִלָּכֵֽדוּ׃ |
| 7 Οταν ο ασεβης ανθρωπος αποθνησκη, η ελπις αυτου απολλυται? απολλυται και η προσδοκια των ανομων. | 7 בְּמוֹת אָדָם רָשָׁע תֹּאבַד תִּקְוָהוְתוֹחֶלֶת אוֹנִים אָבָֽדָה׃ |
| 8 Ο δικαιος ελευθερονεται εκ της θλιψεως, αντ' αυτου δε εισερχεται ο ασεβης. | 8 צַדִּיק מִצָּרָה נֶחֱלָץוַיָּבֹא רָשָׁע תַּחְתָּֽיו׃ |
| 9 Ο υποκριτης δια του στοματος αφανιζει τον πλησιον αυτου? αλλ' οι δικαιοι θελουσιν ελευθερωθη δια της γνωσεως. | 9 בְּפֶה חָנֵף יַשְׁחִת רֵעֵהוּוּבְדַעַת צַדִּיקִים יֵחָלֵֽצוּ׃ |
| 10 Εις την ευοδωσιν των δικαιων η πολις ευφραινεται? και εις τον ολεθρον των ασεβων αγαλλεται. | 10 בְּטוּב צַדִּיקִים תַּעֲלֹץ קִרְיָהוּבַאֲבֹד רְשָׁעִים רִנָּֽה׃ |
| 11 Δια της ευλογιας των ευθεων υψονεται πολις? δια του στοματος δε των ασεβων καταστρεφεται. | 11 בְּבִרְכַּת יְשָׁרִים תָּרוּם קָרֶתוּבְפִי רְשָׁעִים תֵּהָרֵֽס׃ |
| 12 Ο ενδεης φρενων περιφρονει τον πλησιον αυτου? ο δε φρονιμος ανθρωπος σιωπα. | 12 בׇּז־לְרֵעֵהוּ חֲסַר־לֵבוְאִישׁ תְּבוּנוֹת יַחֲרִֽישׁ׃ |
| 13 Ο σπερμολογος περιερχεται αποκαλυπτων τα μυστικα? ο δε την ψυχην πιστος κρυπτει το πραγμα. | 13 הוֹלֵךְ רָכִיל מְגַלֶּה־סּוֹדוְנֶאֱמַן־רוּחַ מְכַסֶּה דָבָֽר׃ |
| 14 Οπου δεν ειναι κυβερνησις, ο λαος πιπτει? εκ του πληθους δε των συμβουλων προερχεται σωτηρια. | 14 בְּאֵין תַּחְבֻּלוֹת יִפׇּל־עָםוּתְשׁוּעָה בְּרֹב יוֹעֵֽץ׃ |
| 15 Οστις εγγυαται δι' αλλον, θελει παθει κακον? και οστις μισει την εγγυησιν, ειναι ασφαλης. | 15 רַע־יֵרוֹעַ כִּי־עָרַב זָרוְשֹׂנֵא תֹקְעִים בּוֹטֵֽחַ׃ |
| 16 Η ευκοσμος γυνη απολαμβανει τιμην? οι δε καρτερικοι απολαμβανουσι πλουτη. | 16 אֵֽשֶׁת־חֵן תִּתְמֹךְ כָּבוֹדוְעָרִיצִים יִתְמְכוּ־עֹֽשֶׁר׃ |
| 17 Ο ελεημων ανθρωπος αγαθοποιει την ψυχην αυτου? ο δε ανελεημων θλιβει την σαρκα αυτου. | 17 גֹּמֵל נַפְשׁוֹ אִישׁ חָסֶדוְעֹכֵר שְׁאֵרוֹ אַכְזָרִֽי׃ |
| 18 Ο ασεβης εργαζεται εργον ψευδες? εις δε τον σπειροντα δικαιοσυνην θελει εισθαι μισθος ασφαλης. | 18 רָשָׁע עֹשֶׂה פְעֻלַּת־שָׁקֶרוְזֹרֵעַ צְדָקָה שֶׂכֶר אֱמֶֽת׃ |
| 19 Καθως η δικαιοσυνη τεινει εις ζωην, ουτως ο κυνηγων το κακον τρεχει εις τον θανατον αυτου. | 19 כֵּן־צְדָקָה לְחַיִּיםוּמְרַדֵּף רָעָה לְמוֹתֽוֹ׃ |
| 20 Οι διεστραμμενοι την καρδιαν ειναι βδελυγμα εις τον Κυριον? αλλ' οι αμεμπτοι την οδον ειναι δεκτοι εις αυτον. | 20 תּוֹעֲבַת יְהֹוָה עִקְּשֵׁי־לֵבוּרְצוֹנוֹ תְּמִימֵי דָֽרֶךְ׃ |
| 21 Και χειρ με χειρα εαν συναπτηται, ο ασεβης δεν θελει μενει ατιμωρητος? το δε σπερμα των δικαιων θελει ελευθερωθη. | 21 יָד לְיָד לֹא־יִנָּקֶה רָּעוְזֶרַע צַדִּיקִים נִמְלָֽט׃ |
| 22 Ως ερρινον χρυσουν εις χοιρου μυτην, ουτω γυνη ωραια χωρις φρονησεως. | 22 נֶזֶם זָהָב בְּאַף חֲזִיראִשָּׁה יָפָה וְסָרַת טָֽעַם׃ |
| 23 Η επιθυμια των δικαιων ειναι μονον το καλον? η προσδοκια δε των ασεβων οργη. | 23 תַּאֲוַת צַדִּיקִים אַךְ־טוֹבתִּקְוַת רְשָׁעִים עֶבְרָֽה׃ |
| 24 Οι μεν σκορπιζουσι, και ομως περισσευονται? οι δε παρα το δεον φειδονται, και ομως ερχονται εις ενδειαν. | 24 יֵשׁ מְפַזֵּר וְנוֹסָף עוֹדוְחֹשֵׂךְ מִיֹּשֶׁר אַךְ־לְמַחְסֽוֹר׃ |
| 25 Η αγαθοποιος ψυχη θελει παχυνθη? και οστις ποτιζει, θελει ποτισθη και αυτος. | 25 נֶֽפֶשׁ־בְּרָכָה תְדֻשָּׁןוּמַרְוֶה גַּם־הוּא יוֹרֶֽא׃ |
| 26 Οστις κρατει σιτον, θελει εισθαι λαοκαταρατος? ευλογια δε θελει εισθαι επι την κεφαλην του πωλουντος. | 26 מֹנֵֽעַ בָּר יִקְּבֻהוּ לְאוֹםוּבְרָכָה לְרֹאשׁ מַשְׁבִּֽיר׃ |
| 27 Οστις προθυμειται εις το καλον, θελει απολαυσει χαριν? αλλ' οστις ζητει το κακον, θελει επελθει επ' αυτον. | 27 שֹׁחֵֽר טוֹב יְבַקֵּשׁ רָצוֹןוְדֹרֵשׁ רָעָה תְבוֹאֶֽנּוּ׃ |
| 28 Οστις ελπιζει επι τον πλουτον αυτου, ουτος θελει πεσει? οι δε δικαιοι ως βλαστος θελουσιν ανθησει. | 28 בּוֹטֵחַ בְּעׇשְׁרוֹ הוּא יִפּוֹלוְכֶעָלֶה צַדִּיקִים יִפְרָֽחוּ׃ |
| 29 Οστις ταραττει τον οικον αυτου, θελει κληρονομησει ανεμον? και ο αφρων θελει εισθαι δουλος εις τον φρονιμον. | 29 עֹכֵר בֵּיתוֹ יִנְחַל־רוּחַוְעֶבֶד אֱוִיל לַֽחֲכַם־לֵֽב׃ |
| 30 Ο καρπος του δικαιου ειναι δενδρον ζωης? και οστις κερδιζει ψυχας, ειναι σοφος. | 30 פְּֽרִי־צַדִּיק עֵץ חַיִּיםוְלֹקֵחַ נְפָשׁוֹת חָכָֽם׃ |
| 31 Αν ο δικαιος παιδευηται επι της γης, πολλω μαλλον ο ασεβης και ο αμαρτωλος. | 31 הֵן צַדִּיק בָּאָרֶץ יְשֻׁלָּםאַף כִּֽי־רָשָׁע וְחוֹטֵֽא׃ |