| 1 Και ευλογησεν ο Θεος τον Νωε και τους υιους αυτου? και ειπε προς αυτους, Αυξανεσθε και πληθυνεσθε, και γεμισατε την γην? | 1 Alors Dieu bénit Noé et ses enfants, et Il leur dit: Croissez et multipliez-vous, et remplissez la terre. |
| 2 και ο φοβος σας και ο τρομος σας θελει εισθαι επι παντα τα ζωα της γης, και επι παντα τα πτηνα του ουρανου, επι παν ο, τι ερπει επι της γης, και επι παντας τους ιχθυας της θαλασσης? εις τας χειρας σας εδοθησαν? | 2 Que tous les animaux de la terre et tous les oiseaux du ciel soient frappés de terreur et tremblent devant vous, avec tout ce qui se meut sur la terre. J'ai mis entre vos mains tous les poissons de la mer. |
| 3 παν κινουμενον, το οποιον ζη, θελει εισθαι εις σας προς τροφην? ως τον χλωρον χορτον εδωκα τα παντα εις εσας? | 3 Nourrissez-vous de tout ce qui a vie et mouvement: je vous ai abandonné toutes ces choses, comme les légumes et les herbes de la campagne. |
| 4 κρεας ομως με την ζωην αυτου, με το αιμα αυτου, δεν θελετε φαγει? | 4 J'excepte seulement la chair mêlée avec le sang, dont Je vous défends de manger. |
| 5 και εξαπαντος το αιμα σας, το αιμα της ζωης σας, θελω εκζητησει εκ της χειρος παντος ζωου θελω εκζητησει αυτο, και εκ της χειρος του ανθρωπου? εκ της χειρος παντος αδελφου αυτου θελω εκζητησει την ζωην του ανθρωπου? | 5 Car je vengerai votre sang de toutes les bêtes qui l'auront répandu, et je vengerai la vie de l'homme, de la main de l'homme, et de la main de son frère. |
| 6 οστις χυση αιμα ανθρωπου, υπο ανθρωπου θελει χυθη το αιμα αυτου? διοτι κατ' εικονα Θεου εποιησεν ο Θεος τον ανθρωπον? | 6 Quiconque aura répandu le sang de l'homme, sera puni par l'effusion de son propre sang: car l'homme a été créé à l'image de Dieu. |
| 7 σεις δε αυξανεσθε και πληθυνεσθε, πολλαπλασιαζεσθε επι της γης, και πληθυνεσθε επ' αυτης. | 7 Croissez donc, vous autres, et multipliez-vous, entrez sur la terre et remplissez-la. |
| 8 Και ειπεν ο Θεος προς τον Νωε και προς τους υιους αυτου μετ' αυτου, λεγων, | 8 Dieu dit encore à Noé, et à ses enfants aussi bien qu'à lui: |
| 9 Και εγω, ιδου, στηνω την διαθηκην μου προς εσας, και προς το σπερμα σας υστερον απο σας? | 9 Je vais faire alliance avec vous, et avec votre race après vous, |
| 10 και προς παν εμψυχον ζωον, το οποιον ειναι με σας, εκ των πτηνων, εκ των κτηνων και εκ παντων των ζωων της γης, τα οποια ειναι με σας? απο παντος του εξελθοντος εκ της κιβωτου, εως παντος ζωου της γης? | 10 et avec tous les animaux vivants qui sont avec vous, tant les oiseaux que les animaux, ou domestiques, ou de la campagne, qui sont sortis de l'arche, et avec toutes les bêtes de la terre. |
| 11 και στηνω την διαθηκην μου προς εσας? και δεν θελει πλεον εξολοθρευθη πασα σαρξ απο των υδατων του κατακλυσμου? ουδε θελει εισθαι πλεον κατακλυσμος δια να φθειρη την γην. | 11 J'établirai Mon alliance avec vous; et toute chair ne périra plus désormais par les eaux du déluge; et il n'y aura plus à l'avenir de déluge qui extermine toute la terre. |
| 12 Και ειπεν ο Θεος, Τουτο ειναι το σημειον της διαθηκης, την οποιαν εγω καμνω μεταξυ εμου και υμων και παντος εμψυχου ζωου το οποιον ειναι με σας, εις γενεας αιωνιους? | 12 Dieu dit ensuite: Voici le signe de l'alliance que J'établis pour jamais entre Moi, et vous, et tous les animaux vivants qui sont avec vous. |
| 13 Θετω το τοξον μου εν τη νεφελη, και θελει εισθαι εις σημειον διαθηκης μεταξυ εμου και της γης? | 13 Je mettrai Mon arc dans les nuées, afin qu'il soit le signe de l'alliance que J'ai faite avec la terre. |
| 14 και οταν συννεφωσω νεφελην επι της γης, θελει φανη το τοξον εν τη νεφελη? | 14 Et lorsque J'aurai couvert le ciel de nuages, Mon arc paraîtra dans les nuées; |
| 15 και θελω ενθυμηθη την διαθηκην μου, την μεταξυ εμου και υμων, και παντος εμψυχου ζωου εκ πασης σαρκος? και τα υδατα δεν θελουσιν εισθαι πλεον εις κατακλυσμον δια να εξαλειψωσι πασαν σαρκα? | 15 Et Je Me souviendrai de l'alliance que J'ai faite avec vous et avec toute âme qui vit et anime la chair; et il n'y aura plus à l'avenir de déluge qui fasse périr dans ses eaux toute chair qui a vie. |
| 16 και το τοξον θελει εισθαι εν τη νεφελη? και θελω βλεπει αυτο, δια να ενθυμωμαι την παντοτεινην διαθηκην την μεταξυ Θεου και παντος εμψυχου ζωου εκ πασης σαρκος ητις ειναι επι της γης. | 16 Mon arc sera dans les nuées, et en le voyant Je Me ressouviendrai de l'alliance éternelle qui a été faite entre Dieu et toutes les âmes vivantes qui animent toute chair qui est sur la terre. |
| 17 Και ειπεν ο Θεος προς τον Νωε, Τουτο ειναι το σημειον της διαθηκης, την οποιαν εστησα μεταξυ εμου και πασης σαρκος ητις ειναι επι της γης. | 17 Dieu dit encore à Noé: Ce sera là le signe de l'alliance que J'ai faite avec toute chair qui est sur la terre. |
| 18 Ησαν δε οι υιοι του Νωε, οι εξελθοντες εκ της κιβωτου, Σημ και Χαμ και Ιαφεθ. Ο δε Χαμ ητο πατηρ του Χανααν. | 18 Noé avait donc trois fils qui sortirent de l'arche, Sem, Cham et Japheth. Or Cham est le père de Chanaan. |
| 19 Οι τρεις ουτοι ειναι οι υιοι του Νωε, και εκ τουτων διεσπαρησαν εις πασαν την γην. | 19 Ce sont là les trois fils de Noé, et c'est d'eux qu'est sortie toute la race des hommes qui sont sur la terre. |
| 20 Και ηρχισεν ο Νωε να ηναι γεωργος και εφυτευσεν αμπελωνα? | 20 Noé s'appliquant à l'agriculture, commença à cultiver la terre, et il planta de la vigne; |
| 21 και επιεν εκ του οινου και εμεθυσθη, και εγυμνωθη εν τη σκηνη αυτου. | 21 Et ayant bu du vin, il s'enivra, et il se dépouilla dans sa tente. |
| 22 Και ειδεν ο Χαμ, ο πατηρ του Χανααν, την γυμνωσιν του πατρος αυτου? και ανηγγειλε τουτο προς τους δυο αδελφους αυτου εξω. | 22 Cham, père de Chanaan, voyant que ce que la pudeur obligeait de cacher en son père était découvert, sortit dehors et le vint dire à ses frères. |
| 23 Και λαβοντες ο Σημ και ο Ιαφεθ το ενδυμα, επεθηκαν αυτο επι τα δυο αυτων νωτα? και βαδισαντες οπισθονωτα, εσκεπασαν την γυμνωσιν του πατρος αυτων? και τα προσωπα αυτων ησαν προς τα οπισω, και την γυμνωσιν του πατρος αυτων δεν ειδον. | 23 Alors Sem et Japheth, ayant étendu un manteau sur leurs épaules, marchèrent en arrière et couvrirent la nudité de leur père. Et comme leur visage était détourné, ils ne virent pas la nudité de leur père. |
| 24 Ανανηψας δε ο Νωε απο του οινου αυτου, εμαθεν οσα εκαμεν εις αυτον ο υιος αυτου ο νεωτερος. | 24 Noé se réveillant après cet assoupissement que le vin lui avait causé, et ayant appris de quelle sorte l'avait traité son second fils, |
| 25 Και ειπεν, Επικαταρατος ο Χανααν? δουλος των δουλων θελει εισθαι εις τους αδελφους αυτου. | 25 S'écria: Que Cham soit maudit; qu'il soit à l'égard de ses frères l'esclave des esclaves. |
| 26 Και ειπεν, Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Σημ. Και ο Χανααν θελει εισθαι δουλος εις αυτον? | 26 Il dit encore: Que le Seigneur, le Dieu de Sem, soit béni, et que Cham soit son esclave. |
| 27 ο Θεος θελει πλατυνει τον Ιαφεθ, και θελει κατοικησει εν ταις σκηναις του Σημ, ο δε Χανααν θελει εισθαι δουλος εις αυτον? | 27 Que Dieu multiplie les possessions de Japheth; et qu'il habite dans les tentes de Sem, et que Cham soit son esclave. |
| 28 Και εζησεν ο Νωε μετα τον κατακλυσμον τριακοσια πεντηκοντα ετη. | 28 Or Noé vécut encore trois cent cinquante ans depuis le déluge. |
| 29 Και εγειναν πασαι αι ημεραι του Νωε εννεακοσια πεντηκοντα ετη? και απεθανε. | 29 Et tout le temps de sa vie ayant été de neuf cent cinquante ans, il mourut. |