SCRUTATIO

Sabato, 5 settembre 2026 - Santa Teresa di Calcutta (Agnes Gonxha Bojaxiu) ( Letture di oggi)

ΓΕΝΕΣΙΣ - Genesi - Genesis 33


font
GREEK BIBLESacra Bibbia Garofalo
1 Αναβλεψας δε ο Ιακωβ ειδε? και ιδου, ο Ησαυ ηρχετο, και μετ' αυτου τετρακοσιοι ανδρες? και εμοιρασεν ο Ιακωβ τα παιδια εις την Λειαν και εις την Ραχηλ και εις τας δυο θεραπαινας.1 Poi Giacobbe alzò gli occhi e vide giungere Esaù che aveva con sé quattrocento uomini. Allora distribuì i figli tra Lia, Rachele e le due schiave;
2 Και τας μεν θεραπαινας και τα τεκνα αυτων εβαλεν εμπροσθεν, την δε Λειαν και τα τεκνα αυτης, κατοπιν, και την Ραχηλ και τον Ιωσηφ, τελευταιους.2 mise in testa le schiave con i figli, più indietro Lia con i figli e, più indietro, Rachele e Giuseppe.
3 Αυτος δε επερασεν εμπροσθεν αυτων και προσεκυνησεν εως εδαφους επτακις, εως να πλησιαση εις τον αδελφον αυτου.3 Intanto egli era passato innanzi a loro. Poi si prostrò sette volte fino a terra, mentre andava avvicinandosi al fratello.
4 Και εδραμεν ο Ησαυ εις συναντησιν αυτου και ενηγκαλισθη αυτον και επεσεν επι τον τραχηλον αυτου και κατεφιλησεν αυτον? και εκλαυσαν.4 Ma Esaù gli corse incontro, lo abbracciò, gli gettò le braccia al collo e lo baciò, e piansero.
5 Και αναβλεψας ειδε τας γυναικας και τα παιδια? και ειπε, Τι σου ειναι ουτοι; Ο δε ειπε τα παιδια, τα οποια εχαρισεν ο Θεος εις τον δουλον σου.5 Poi alzò gli occhi e vide le donne e i fanciulli e disse: «Chi sono questi che hai qui?» Giacobbe rispose: «Sono i figli di cui Dio ha favorito il tuo servitore».
6 Τοτε επλησιασαν αι θεραπαιναι, αυται και τα τεκνα αυτων, και προσεκυνησαν?6 Allora si fecero avanti le schiave con i figli e fecero una prostrazione.
7 παρομοιως επλησιασαν και η Λεια και τα τεκνα αυτης, και προσεκυνησαν? και μετα ταυτα επλησιασαν ο Ιωσηφ και η Ραχηλ και προσεκυνησαν.7 Poi si fecero innanzi anche Lia e i suoi figli e fecero una prostrazione; infine si fecero innanzi Rachele e Giuseppe e fecero una prostrazione.
8 Και ειπε, Προς τι απαν το στρατοπεδον σου τουτο, το οποιον απηντησα; Ο δε ειπε, δια να ευρω χαριν εμπροσθεν του κυριου μου.8 Esaù domandò ancora: «Che cosa vuol dire tutta questa carovana che ho incontrato?» Giacobbe rispose: «È per trovare grazia agli occhi del mio signore».
9 Και ειπεν ο Ησαυ, Εχω πολλα, αδελφε μου? εχε συ τα ιδικα σου.9 Esaù disse: «Ne ho abbastanza del mio, fratello: tieni per te ciò che è tuo!»
10 Και ειπεν ο Ιακωβ, Ουχι, παρακαλω? εαν ευρηκα χαριν εμπροσθεν σου, δεξαι το δωρον μου εκ των χειρων μου? διοτι δια τουτο ειδον το προσωπον σου, ως εαν εβλεπον προσωπον Θεου, και συ ευηρεστηθης εις εμε?10 Ma Giacobbe disse: «No! Se ho trovato grazia ai tuoi occhi, accetta dalla mia mano il mio dono, perché appunto per questo sono venuto alla tua presenza come si viene alla presenza di Dio, e tu mi hai accolto benevolmente.
11 δεξαι, παρακαλω, τας ευλογιας μου, τας προσφερομενας προς σε? διοτι με ηλεησεν ο Θεος και εχω τα παντα. Και εβιασεν αυτον και εδεχθη.11 Accetta il mio dono augurale che ti è stato presentato, perché Dio mi ha favorito e io ho di tutto!» Così egli insistette e quegli accettò.
12 Και ειπεν, Ας σηκωθωμεν και ας υπαγωμεν, και εγω θελω προπορευεσθαι εμπροσθεν σου.12 Poi quegli disse: «Leviamo l’accampamento e mettiamoci in viaggio: io camminerò innanzi a te».
13 Και ειπε προς αυτον ο Ιακωβ, Ο κυριος μου εξευρει οτι τα παιδια ειναι τρυφερα, και εχω μετ' εμου εγκυμονουντα προβατα και βοας? και εαν βιασωσιν αυτα μιαν μονην ημεραν, απαν το ποιμνιον θελει αποθανει.13 Gli rispose: «Il mio signore, sa che i fanciulli sono delicati e che ho a mio carico il bestiame minuto e il bestiame grosso che allattano: se si strapazzano anche un sol giorno, tutte le bestie moriranno.
14 Ας περαση, παρακαλω, ο κυριος μου εμπροσθεν του δουλου αυτου? και εγω θελω ακολουθει βραδεως, κατα το βαδισμα των κτηνων των εμπροσθεν μου, και κατα το βαδισμα των παιδαριων, εωσου φθασω προς τον κυριον μου εις Σηειρ.14 Il mio signore passi innanzi al suo servitore, mentre: io mi sposterò adagio adagio, al passo di questo bestiame che mi va innanzi e al passo dei fanciulli, finché non arriverò presso il mio signore a Seir».
15 Και ειπεν ο Ησαυ, Ας αφησω λοιπον μετα σου μερος εκ του λαου, του μετ' εμου. Ο δε ειπε, Δια τι τουτο; αρκει οτι ευρηκα χαριν εμπροσθεν του κυριου μου.15 Disse allora Esaù: «Possa io almeno lasciare con te una parte della gente che ho con me!» Rispose: «Ma perché? Basta che io trovi grazia agli occhi del mio signore!»
16 Επεστρεψε λοιπον ο Ησαυ την ημεραν εκεινην εις την οδον αυτου εις Σηειρ.16 Così in quel giorno stesso Esaù ritornò sul suo cammino verso Seir.
17 Και απηλθεν ο Ιακωβ εις Σοκχωθ, και ωκοδομησεν εις εαυτον οικιαν, και δια τα κτηνη αυτου εκαμε σκηνας? δια τουτο εκαλεσε το ονομα του τοπου Σοκχωθ.17 Giacobbe invece si trasportò a Succot dove costruì una casa per sé e fece capanne per il gregge. Perciò quel luogo fu chiamato Succot.
18 Και αφου επεστρεψεν ο Ιακωβ απο Παδαν-αραμ, ηλθεν εις Σαλημ, πολιν Συχεμ, την εν τη γη Χανααν? και κατεσκηνωσεν εμπροσθεν της πολεως.18 Giacobbe arrivò sano e salvo alla città di Sichem che è nella terra di Canaan, quando venne da Paddan-Aram, e si accampò in faccia alla città.
19 Και ηγορασε την μεριδα του αγρου, οπου εστησε την σκηνην αυτου, παρα των υιων του Εμμωρ, πατρος του Συχεμ, δι' εκατον αργυρια.19 Poi comperò dai figli di Khamor padre di Sichem, per cento pezzi d’argento, quella porzione di campagna dove aveva rizzato la tenda.
20 Και εστησεν εκει θυσιαστηριον, και εκαλεσεν αυτο Ελ-ελωε-Ισραηλ.20 Vi eresse un altare e lo chiamò «El è Dio di Israele».