SCRUTATIO

Montag, 13 Juli 2026 - Santa Clelia Barbieri ( Letture di oggi)

ΓΕΝΕΣΙΣ - Genesi - Genesis 29


font
GREEK BIBLEБіблія
1 Και εκινησεν ο Ιακωβ και υπηγεν εις την γην των κατοικων της ανατολης.1 По тому пустився Яків у дальшу путь і прибув у землю синів сходу.
2 Και ειδε, και ιδου, φρεαρ εν τη πεδιαδι και ιδου, εκει τρια ποιμνια προβατων αναπαυομενα πλησιον αυτου, διοτι εκ του φρεατος εκεινον εποτιζον τα ποιμνια? λιθος δε μεγας ητο επι το στομιον του φρεατος.2 Дивиться він — аж ось криниця в полі й овець три отари лежать коло неї, бо з тієї криниці напували отари. На ній великий камінь.
3 Και οτε συνηγοντο εκει παντα τα ποιμνια, απεκυλιον τον λιθον απο του στομιου του φρεατος, και εποτιζον τα ποιμνια? επειτα εθετον παλιν τον λιθον επι το στομιον του φρεατος εις τον τοπον αυτου.3 Коли ж зібралися туди отари, пастухи відкочували камінь від отвору й напували овець та й клали його назад на місце.
4 Και ειπε προς αυτους ο Ιακωβ, Αδελφοι, ποθεν εισθε; Οι δε ειπον, Εκ της Χαρραν ειμεθα.4 І сказав Яків до них: Браття, звідкіля ви? Вони ж відрекли: Ми з Харану.
5 Και ειπε προς αυτους, Γνωριζετε Λαβαν τον υιον του Ναχωρ; οι δε ειπον, Γνωριζομεν.5 Тоді він каже до них: Чи знаєте Лавана, сина Нахора? Вони кажуть: Знаємо.
6 Και ειπε προς αυτους, Υγιαινει; Οι δε ειπον, Υγιαινει? και ιδου, Ραχηλ η θυγατηρ αυτου ερχεται μετα των προβατων.6 Тож питає їх: Чи він жив-здоров? відповіли: Здоров, ось і Рахиль його дочка йде з вівцями.
7 Και ειπεν, Ιδου, μενει ακομη ημερα πολλη, δεν ειναι ωρα να συρθωσι τα κτηνη? ποτισατε τα προβατα και υπαγετε να βοσκησητε αυτα.7 Ще дня багато, сказав Яків, ще не пора зганяти докупи худібку. Понапувайте вівці й ідіть пасти.
8 Οι δε ειπον, Δεν δυναμεθα, εωσου συναχθωσι παντα τα ποιμνια, και να αποκυλισωσι τον λιθον απο του στομιου του φρεατος? τοτε ποτιζομεν τα προβατα.8 Та вони мовили: Не можемо, доки не зберуться всі отари докупи й не відкотять каменя з-над криниці, тоді й понапуваєм овець.
9 Και ενω ακομη ελαλει προς αυτους, ηλθεν η Ραχηλ μετα των προβατων του πατρος αυτης? διοτι αυτη εβοσκε.9 Поки він говорив ще з ними, Рахиль надійшла з вівцями свого батька, бо вона пастушкою була.
10 Και ως ειδεν ο Ιακωβ την Ραχηλ, θυγατερα του Λαβαν του αδελφου της μητρος αυτου, και τα προβατα του Λαβαν του αδελφου της μητρος αυτου, επλησιασεν ο Ιακωβ και απεκυλισε τον λιθον απο του στομιου του φρεατος, και εποτισε τα προβατα του Λαβαν, του αδελφου της μητρος αυτου.10 От як тільки Яків побачив Рахиль, дочку Лавана, брата своєї матері, з вівцями того ж Лавана, приступив Яків і відкотив камінь від криниці й напоїв овець Лавана, брата своєї матері.
11 Και εφιλησεν ο Ιακωβ την Ραχηλ και υψωσας την φωνην αυτου εκλαυσε.11 Опісля поцілував Яків Рахиль та й заплакав уголос.
12 Και απηγγειλεν ο Ιακωβ προς την Ραχηλ, οτι ειναι αδελφος του πατρος αυτης, και οτι ειναι υιος της Ρεβεκκας? και εκεινη δραμουσα απηγγειλε τουτο εις τον πατερα αυτης.12 Він розповів Рахилі, що він родич її батька, бож він син Ревеки, а вона побігла й розповіла те своєму батькові.
13 Και ως ηκουσεν ο Λαβαν το ονομα του Ιακωβ του υιου της αδελφης αυτου, εδραμεν εις συναντησιν αυτου? και εναγκαλισθεις αυτον, εφιλησεν αυτον και εφερεν αυτον εις την οικιαν αυτου? και διηγηθη ο Ιακωβ προς τον Λαβαν παντα τα γενομενα.13 Як же ж Лаван почув вістку про Якова, сина своєї сестри, то вибіг йому назустріч, обійняв його, поцілував його й увів до себе в господу, а він оповів Лаванові про всі речі.
14 Και ειπε προς αυτον ο Λαβαν, Βεβαια οστουν μου και σαρξ μου εισαι. Και κατωκησε μετ' αυτου ενα μηνα.14 Тоді Лаван мовив до нього: Направду, ти кість моя і тіло моє! І пробув Яків у нього місяць часу.
15 Και ειπεν ο Λαβαν προς τον Ιακωβ, Επειδη εισαι αδελφος μου, δια τουτο θελεις με δουλευει δωρεαν; ειπε μοι, τις θελει εισθαι ο μισθος σου;15 Тоді Лаван сказав до Якова: Хіба тому, що ти мій родич, маєш дармо на мене працювати? Скажи мені, скільки тобі платити?
16 Ειχε δε Λαβαν δυο θυγατερας? το ονομα της πρεσβυτερας, Λεια, και το ονομα της μικροτερας Ραχηλ.16 Було ж у Лавана дві дочки: старша, на ім’я Лія, та менша, на ім’я Рахиль.
17 Και της μεν Λειας οι οφθαλμοι ησαν ασθενεις? η δε Ραχηλ ητο ευειδης και ωραια την οψιν.17 Очі ж у Лії були тьмяні, а Рахиль була поставна й гарна з виду.
18 Και ηγαπησεν ο Ιακωβ την Ραχηλ? και ειπε, Θελω σε δουλευει επτα ετη δια την Ραχηλ, την θυγατερα σου την μικροτεραν.18 Тому сподобав собі Яків Рахиль і каже: Служитиму тобі сім років за Рахиль, твою молодшу дочку.
19 Και ειπεν ο Λαβαν, Καλητερα να δωσω αυτην εις σε, παρα να δωσω αυτην εις αλλον ανδρα? κατοικησον μετ' εμου.19 На це Лаван відповів: Ліпше мені дати її тобі, ніж комусь іншому. Живи зо мною.
20 Και εδουλευσεν ο Ιακωβ δια την Ραχηλ επτα ετη? και εφαινοντο εις αυτον ως ημεραι ολιγαι, δια την προς αυτην αγαπην αυτου.20 І вислужив Яків за Рахиль сім років, а здавалось йому, наче кілька днів, тому що він любив її.
21 Και ειπεν ο Ιακωβ προς τον Λαβαν, Δος μοι την γυναικα μου, διοτι επληρωθησαν αι ημεραι μου, δια να εισελθω προς αυτην.21 Тоді Яків і каже до Лавана: Приведи мою жінку, бо дні мої сповнилися: нехай я ввійду до неї.
22 Και συνηγαγεν ο Λαβαν παντας τους ανθρωπους του τοπου και εκαμε συμποσιον.22 Тож Лаван зібрав усіх місцевих людей і зробив учту;
23 Και το εσπερας, λαβων την Λειαν την θυγατερα αυτου, εφερεν αυτην προς αυτον? και εισηλθε προς αυτην.23 а ввечері взяв він Лію, свою дочку, та й привів її до Якова, й той увійшов до неї.
24 Και εδωκεν ο Λαβαν εις Λειαν την θυγατερα αυτου, δια θεραπαιναν αυτης, Ζελφαν την θεραπαιναν αυτου.24 Лаван же дав їй, дочці своїй Лії, за слугиню Зілпу, свою служку.
25 Και το πρωι, ιδου, αυτη ητο η Λεια? και ειπε προς τον Λαβαν, Τι τουτο το οποιον επραξας εις εμε; δεν σε εδουλευσα δια την Ραχηλ; και δια τι με ηπατησας;25 Коли ж настав ранок, то й виявилося, що то Лія, тим то й каже Яків до Лавана: Що це ти мені заподіяв? Хіба не за Рахиль служив я в тебе? Чому ж ти мене обманув?
26 Και ειπεν ο Λαβαν, Δεν γινεται ουτως εν τω τοπω ημων, να διδωται η μικροτερα προ της πρεσβυτερας?26 А Лаван і каже: Немає в нашому краї звичаю видавати молодшу перед старшою.
27 εκπληρωσον την εβδομαδα ταυτης, και θελω σοι δωσει και αυτην, αντι της εργασιας την οποιαν θελεις καμει εις εμε ακομη αλλα επτα ετη.27 Та вже кінчи цей тиждень, а я дам тобі і другу за службу, що її робитимеш мені ще других сім років.
28 Και εκαμεν ο Ιακωβ ουτω και εξεπληρωσε την εβδομαδα αυτης? και εδωκεν εις αυτον την Ραχηλ την θυγατερα αυτου εις γυναικα.28 Яків так і зробив. Закінчив цей тиждень з нею, і Лаван дав йому Рахиль, свою дочку, за жінку.
29 Και εδωκεν ο Λαβαν εις Ραχηλ την θυγατερα αυτου, δια θεραπαιναν αυτης, Βαλλαν την θεραπαιναν αυτου.29 Рахилі ж, дочці своїй, дав він за слугиню Білгу, свою служку.
30 Και εισηλθεν ο Ιακωβ και προς την Ραχηλ? και ηγαπησε την Ραχηλ περισσοτερον παρα την Λειαν? και εδουλευσεν αυτον ακομη αλλα επτα ετη.30 Увійшов Яків також до Рахилі й полюбив її більше, ніж Лію, і служив у Лавана других сім років.
31 Και ιδων ο Κυριος οτι εμισειτο η Λεια, ηνοιξε την μητραν αυτης? η δε Ραχηλ ητο στειρα.31 Та Господь побачив, що Лія менше люблена, тож обдарував її плодовитістю, а Рахиль була неплідна.
32 Και συνελαβεν η Λεια και εγεννησεν υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Ρουβην? διοτι ειπεν, Ειδε βεβαια ο Κυριος την ταπεινωσιν μου? τωρα λοιπον θελει με αγαπησει ο ανηρ μου.32 Отож зачала Лія і породила сина та й назвала його ім’ям Рувим: бо Господь, сказала, зглянувсь на моє горе. Тепер мій чоловік буде любити мене.
33 Και συνελαβε παλιν και εγεννησεν υιον? και ειπεν, Επειδη ηκουσεν ο Κυριος οτι μισουμαι, δια τουτο μοι εδωκεν ακομη και τουτον? και εκαλεσε το ονομα αυτου Συμεων.33 І знову зачала й породила сина та й сказала: Господь почув, що я ненавидна, то дав мені ще й цього; і назвала його Симеон.
34 Και συνελαβεν ακομη και εγεννησεν υιον? και ειπε, Τωρα ταυτην την φοραν ο ανηρ μου θελει ενωθη μετ' εμου, διοτι εγεννησα εις αυτον τρεις υιους? δια τουτο ωνομασεν αυτον Λευι.34 І знову зачала і породила сина та й сказала: Тепер, цим разом, мій чоловік пристане до мене, бо я породила йому трьох синів. Тому й назвала його ім’ям Леві.
35 Και συνελαβε παλιν και εγεννησεν υιον? και ειπε, Ταυτην την φοραν θελω δοξολογησει τον Κυριον? δια τουτο εκαλεσε το ονομα αυτου Ιουδαν? και επαυσε να γεννα.35 Зачала ж вона ще раз і породила сина та й сказала: Цим разом буду хвалити Господа, тому й назвала його ім’ям Юда. Та й перестала родити.