SCRUTATIO

Domenica, 2 agosto 2026 - Sant'Alfonso Maria de' Liguori ( Letture di oggi)

ΙΩΗΛ - Gioele - Joel 1


font
LXXBiblia Matos Soares
1 λογος κυριου ος εγενηθη προς ιωηλ τον του βαθουηλ1 Palavra do Senhor dirigida a Joel, filho de Fatuel.
2 ακουσατε δη ταυτα οι πρεσβυτεροι και ενωτισασθε παντες οι κατοικουντες την γην ει γεγονεν τοιαυτα εν ταις ημεραις υμων η εν ταις ημεραις των πατερων υμων2 Ouvi isto, velhos! Vós todos habitantes da terra (de Judá), aplicai os vossos ouvidos! Aconteceu uma coisa como esta em vossos dias, ou nos dias de vossos pais?
3 υπερ αυτων τοις τεκνοις υμων διηγησασθε και τα τεκνα υμων τοις τεκνοις αυτων και τα τεκνα αυτων εις γενεαν ετεραν3 Contai-a a vossos filhos, e contem-na vossos filhos a seus filhos, e os filhos destes à geração seguinte.
4 τα καταλοιπα της καμπης κατεφαγεν η ακρις και τα καταλοιπα της ακριδος κατεφαγεν ο βρουχος και τα καταλοιπα του βρουχου κατεφαγεν η ερυσιβη4 O gafanhoto (arbê) comeu o que tinha ficado do gazam; o yeleg comeu o que tinha ficado do gafanhoto; o hasil comeu o que tinha ficado do yeleq.
5 εκνηψατε οι μεθυοντες εξ οινου αυτων και κλαυσατε θρηνησατε παντες οι πινοντες οινον εις μεθην οτι εξηρται εκ στοματος υμων ευφροσυνη και χαρα5 Despertai, ó ébrios, e chorai; lamentai-vos, vós que bebeis vinho, porque ele foi tirado da vossa boca.
6 οτι εθνος ανεβη επι την γην μου ισχυρον και αναριθμητον οι οδοντες αυτου οδοντες λεοντος και αι μυλαι αυτου σκυμνου6 Um povo forte e inumerável veio sobre a minha terra; os seus dentes são como os dentes de leão, e as mandíbulas como de leoa.
7 εθετο την αμπελον μου εις αφανισμον και τας συκας μου εις συγκλασμον ερευνων εξηρευνησεν αυτην και ερριψεν ελευκανεν κληματα αυτης7 Reduziu a minha vinha a um deserto, devastou as minhas figueiras, descascou-as completamente e lançou-as por terra; os seus ramos (roídos e secos) tomaram-se brancos.
8 θρηνησον προς με υπερ νυμφην περιεζωσμενην σακκον επι τον ανδρα αυτης τον παρθενικον8 Chora (ó Israel) como uma donzela, cingida de cilício, pelo prometido da sua juventude.
9 εξηρται θυσια και σπονδη εξ οικου κυριου πενθειτε οι ιερεις οι λειτουργουντες θυσιαστηριω9 Desapareceram da casa do Senhor as oferendas e as libações; os sacerdotes, ministros do Senhor, estão de luto.
10 οτι τεταλαιπωρηκεν τα πεδια πενθειτω η γη οτι τεταλαιπωρηκεν σιτος εξηρανθη οινος ωλιγωθη ελαιον10 Os campos estão devastados, a terra enlutada, porque o trigo foi destruído, o vinho perdido, e o azeite falhou.
11 εξηρανθησαν οι γεωργοι θρηνειτε κτηματα υπερ πυρου και κριθης οτι απολωλεν τρυγητος εξ αγρου11 Os lavradores estão confusos, os vinhateiros soltam gritos, por causa do trigo e da cevada, pois se perdeu a colheita dos campos.
12 η αμπελος εξηρανθη και αι συκαι ωλιγωθησαν ροα και φοινιξ και μηλον και παντα τα ξυλα του αγρου εξηρανθησαν οτι ησχυναν χαραν οι υιοι των ανθρωπων12 A vinha não vingou, a figueira secou; as romanzeiras, as palmeiras e as macieiras, todas as árvores do campo secaram; (por cujo motivo) a alegria, envergonhada, foi para longe dos filhos dos homens.
13 περιζωσασθε και κοπτεσθε οι ιερεις θρηνειτε οι λειτουργουντες θυσιαστηριω εισελθατε υπνωσατε εν σακκοις λειτουργουντες θεω οτι απεσχηκεν εξ οικου θεου υμων θυσια και σπονδη13 Cingi-vos, sacerdotes, e chorai; soltai gritos, ministros do altar ! Vinde, passai a noite vestidos de saco, ministros do meu Deus, porque da casa do vosso Deus o povo desapareceram a oferenda e a libação.
14 αγιασατε νηστειαν κηρυξατε θεραπειαν συναγαγετε πρεσβυτερους παντας κατοικουντας γην εις οικον θεου υμων και κεκραξατε προς κυριον εκτενως14 Ordenai à um jejum sagrado, convocai a assembleia, congregai os anciães e todos os habitantes do país, para a casa do vosso Deus, e clamai ao Senhor.
15 οιμμοι οιμμοι οιμμοι εις ημεραν οτι εγγυς ημερα κυριου και ως ταλαιπωρια εκ ταλαιπωριας ηξει15 Ai, que dia (terrível) ! O dia do Senhor está perto! Virá como uma assolação da parte do Todo-Poderoso.
16 κατεναντι των οφθαλμων υμων βρωματα εξωλεθρευθη εξ οικου θεου υμων ευφροσυνη και χαρα16 Porventura não desapareceram diante dos vossos olhos os alimentos, e, da casa do nosso Deus, a alegria e o regozijo?
17 εσκιρτησαν δαμαλεις επι ταις φατναις αυτων ηφανισθησαν θησαυροι κατεσκαφησαν ληνοι οτι εξηρανθη σιτος17 As sementes apodreceram debaixo dos torrões, os celeiros estão vazios, os armazéns arruinados, porque se perdeu o trigo.
18 τι αποθησομεν εαυτοις εκλαυσαν βουκολια βοων οτι ουχ υπηρχεν νομη αυτοις και τα ποιμνια των προβατων ηφανισθησαν18 Por que gemem os animais, porque andam errantes manadas de bois, desvairadamente? Porque não têm pastos; até os rebanhos das ovelhas perecem.
19 προς σε κυριε βοησομαι οτι πυρ ανηλωσεν τα ωραια της ερημου και φλοξ ανηψεν παντα τα ξυλα του αγρου19 Clamo a ti, Senhor, porque o fogo (da sequeira) devorou toda a verdura do deserto, a chama queimou todas as árvores dos campos.
20 και τα κτηνη του πεδιου ανεβλεψαν προς σε οτι εξηρανθησαν αφεσεις υδατων και πυρ κατεφαγεν τα ωραια της ερημου20 Os próprios animais levantam a cabeça para ti, porque as correntes de água secaram e o fogo (da sequeira) devorou tudo o que havia de verde no deserto.