Scrutatio

Giovedi, 16 maggio 2024 - San Simone Stock ( Letture di oggi)

ΙΕΡΕΜΙΑΣ - Geremia - Jeremiah 14


font
GREEK BIBLEBIBLES DES PEUPLES
1 Ο λογος του Κυριου ο γενομενος προς Ιερεμιαν περι της ανομβριας.1 Voici la parole que Yahvé adressa à Jérémie au sujet de la sécheresse:
2 Ο Ιουδας πενθει και αι πυλαι αυτου ειναι περιλυποι? κοιτονται κατα γης μελανειμονουσαι? και ανεβη η κραυγη της Ιερουσαλημ.2 Juda est en deuil, ses villes vont à la ruine, de tristesse elles se traînent à terre, et de Jérusalem s’élève un cri!
3 Και οι μεγιστανες αυτης απεστειλαν τους νεους αυτων δια υδωρ? ηλθον εις τα φρεατα, δεν ευρηκαν υδωρ? επεστρεψαν με τα αγγεια αυτων κενα? ησχυνθησαν και ενετραπησαν και εσκεπασαν τας κεφαλας αυτων.3 Les riches ont envoyé leurs serviteurs pour chercher de l’eau: arrivant aux citernes ils n’ont pas trouvé d’eau et sont revenus avec leurs cruches vides.
4 Επειδη η γη εσχισθη, διοτι δεν ητο βροχη επι της γης, οι γεωργοι ησχυνθησαν, εσκεπασαν τας κεφαλας αυτων.4 La terre est crevassée parce qu’il n’a pas plu dans le pays; c’est pourquoi les paysans se sont voilé le visage.
5 Και η ελαφος ετι, γεννησασα εν τη πεδιαδι, εγκατελιπε το τεκνον αυτης, επειδη χορτος δεν ητο.5 Même la biche sauvage abandonne ses petits, car il n’y a pas de verdure.
6 Και οι αγριοι ονοι εσταθησαν επι τους υψηλους τοπους, ερροφουν τον αερα ως θωες? οι οφθαλμοι αυτων εμαρανθησαν, επειδη χορτος δεν ητο.6 les ânes sauvages sont montés sur les sommets, ils aspirent l’air comme des chacals et leurs yeux se troublent parce que l’herbe leur manque.
7 Κυριε, αν και αι ανομιαι ημων καταμαρτυρωσιν εναντιον ημων, καμε ομως δια το ονομα σου? διοτι αι αποστασιαι ημων επληθυνθησαν? εις σε ημαρτησαμεν.7 Même si nos fautes nous accusent, sauve l’honneur de ton nom, ô Yahvé! Nos révoltes sont nombreuses et nous avons péché contre toi.
8 Ελπις του Ισραηλ, σωτηρ αυτου εν καιρω θλιψεως, δια τι ηθελες εισθαι ως παροικος εν τη γη και ως οδοιπορος εκκλινων εις καταλυμα;8 Mais toi, espoir d’Israël, toi qui le sauves au temps de la détresse, pourquoi te conduire en étranger dans le pays, comme un voyageur de passage pour une nuit?
9 Δια τι ηθελες εισθαι ως ανθρωπος εκστατικος, ως ισχυρος μη δυναμενος να σωση; Αλλα συ, Κυριε, εν μεσω ημων εισαι, και το ονομα σου εκληθη εφ' ημας? μη εγκαταλιπης ημας.9 Pourquoi restes-tu comme un homme qui perd la tête, comme un guerrier incapable de sauver? Tu es au milieu de nous, Yahvé, et nous sommes sous la protection de ton Nom; ne nous abandonne pas!
10 Ουτω λεγει Κυριος προς τον λαον τουτον? Επειδη ηγαπησαν να πλανωνται και δεν εκρατησαν τους ποδας αυτων, δια τουτο ο Κυριος δεν ηυδοκησεν εις αυτους? τωρα θελει ενθυμηθη την ανομιαν αυτων και επισκεφθη τας αμαρτιας αυτων.10 Voici ce que dit Yahvé à propos de ce peuple: “Oui, ils aiment chercher ailleurs, ils ont couru de tous côtés et Yahvé n’est pas du tout content d’eux: c’est pourquoi maintenant il se souvient de leur faute.”
11 Και ειπε Κυριος προς εμε, Μη προσευχου υπερ του λαου τουτου δια καλον.11 Yahvé me dit également: “Ne me demande pas de faire du bien à ce peuple.
12 Και εαν νηστευσωσι, δεν θελω εισακουσει της κραυγης αυτων? και εαν προσφερωσιν ολοκαυτωματα και προσφοραν, δεν θελω ευδοκησει εις αυτα? αλλα θελω καταναλωσει αυτους εν μαχαιρα και εν πεινη και εν λοιμω.12 S’ils jeûnent, je n’écouterai pas leurs prières. S’ils offrent des holocaustes ou des sacrifices, je ne les regarderai pas; je veux les exterminer par l’épée, la famine et la peste.”
13 Και ειπα, Ω, Κυριε Θεε, ιδου, οι προφηται λεγουσι προς αυτους, δεν θελετε ιδει μαχαιραν ουδε θελει εισθαι πεινα εις εσας, αλλα θελω σας δωσει ειρηνην ασφαλη εν τω τοπω τουτω.13 Alors j’ai dit: “Ah, mon Seigneur Yahvé, regarde ce que leurs prophètes leur racontent: Ne craignez pas l’épée, vous ne connaîtrez pas la famine, je ne vous donnerai ici que paix et prospérité!”
14 Και ειπε Κυριος προς εμε, Ψευδη προφητευουσιν οι προφηται εν τω ονοματι μου? εγω δεν απεστειλα αυτους ουδε προσεταξα εις αυτους ουδε ελαλησα προς αυτους? αυτοι προφητευουσιν εις εσας ορασιν ψευδη και μαντειαν και ματαιοτητα και την δολιοτητα της καρδιας αυτων.14 Et voici la réponse de Yahvé: “Ce sont des mensonges que prophétisent ces prophètes en mon nom. Je ne les ai pas envoyés, je ne leur ai rien demandé, je ne leur ai pas parlé. Ce sont des visions fausses et des révélations inventées, ce sont leurs rêves qu’ils vous prophétisent.
15 Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος περι των προφητων των προφητευοντων εν τω ονοματι μου, ενω εγω δεν απεστειλα, αυτους αλλ' αυτοι λεγουσι, Μαχαιρα και πεινα δεν θελει εισθαι εν τω τοπω τουτω? εν μαχαιρα και εν πεινη θελουσι συντελεσθη οι προφηται εκεινοι.15 “C’est pourquoi, voici ce que dit Yahvé contre ces prophètes qui prophétisent en son nom, alors qu’il ne les a pas envoyés: Ils disent que l’épée et la famine ne viendront pas sur ce pays? Eh bien, c’est par l’épée et par la famine que ces prophètes périront!
16 Ο δε λαος, εις τους οποιους αυτοι προφητευουσι, θελουσιν εισθαι ερριμμενοι εν ταις οδοις της Ιερουσαλημ υπο πεινης και μαχαιρας? και δεν θελει εισθαι ο θαπτων αυτους, τας γυναικας αυτων και τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων? και θελω εκχεει επ' αυτους την κακιαν αυτων.16 “Quant à ceux qui écoutent ces prophètes, eux aussi mourront par la famine et par l’épée, et leurs corps resteront sur le sol dans les rues de Jérusalem. Il n’y aura personne pour les enterrer, pas plus eux que leurs femmes, leurs fils ou leurs filles. C’est ainsi que je ferai retomber sur eux leur péché.
17 Δια τουτο θελεις ειπει προς αυτους τον λογον τουτον? Ας χυσωσιν οι οφθαλμοι μου δακρυα, νυκτα και ημεραν, και ας μη παυσωσι? διοτι η παρθενος, η θυγατηρ του λαου μου, συνετριφθη συντριμμα μεγα, πληγην οδυνηραν σφοδρα.17 “Tu leur diras encore cette parole: ‘Que mes yeux fassent couler des larmes abondantes, qu’ils ne s’arrêtent ni la nuit, ni le jour, car je vois la fille de mon peuple frappée d’un mal très grave, d’une plaie douloureuse.’ ”
18 Εαν εξελθω εις την πεδιαδα, τοτε ιδου, οι πεφονευμενοι εν μαχαιρα? και εαν εισελθω εις την πολιν, τοτε ιδου, οι νενεκρωμενοι υπο της πεινης, ο δε προφητης ετι και ο ιερευς εμπορευονται επι της γης και δεν αισθανονται.18 Si je vais dans les champs, je vois des gens transpercés par l’épée, si j’entre dans la ville, j’en vois d’autres torturés par la faim; les prophètes et les prêtres ont parcouru le pays et n’y comprennent rien.
19 Απερριψας πανταπασι τον Ιουδαν; απεστραφη την Σιων η ψυχη σου; Δια τι επαταξας ημας, και δεν υπαρχει θεραπεια εις ημας; επροσμενομεν ειρηνην, αλλ' ουδεν αγαθον? και τον καιρον της θεραπειας, και ιδου, ταραχη.19 As-tu donc rejeté Juda? Ton âme est-elle dégoûtée de Sion? Pourquoi nous as-tu frappés et n’y a-t-il pas de guérison pour nous? Nous attendions le salut et tout va mal, ce devait être la guérison, et c’est l’épouvante.
20 Γνωριζομεν, Κυριε, την ασεβειαν ημων, την ανομιαν των πατερων ημων, οτι ημαρτησαμεν εις σε.20 Ô Yahvé, nous reconnaissons notre faute et les dettes de nos pères: contre toi nous avons péché!
21 Μη αποστραφης ημας, δια το ονομα σου? μη ατιμασης τον θρονον της δοξης σου? ενθυμηθητι, μη διασκεδασης την διαθηκην σου την προς ημας.21 Mais pense à ton Nom, ne brise pas tout, n’abandonne pas ton trône de gloire! Veille à ne pas rompre ton alliance avec nous!
22 Υπαρχει μεταξυ των ματαιοτητων των εθνων διδους βροχην; η οι ουρανοι διδουσιν υετους; δεν εισαι συ αυτος ο δοτηρ, Κυριε Θεε ημων; δια τουτο θελομεν σε προσμενει? διοτι συ εκαμες παντα ταυτα.22 Parmi toutes les idoles des nations, en est-il une qui puisse faire pleuvoir? Est-ce le ciel qui donne les averses, n’est-ce pas toi, qui as fait toutes ces choses, toi en qui nous espérions?