| 1 Επι της σκοπιας μου θελω σταθη και θελω στηλωθη επι του πυργου, και θελω αποσκοπευει δια να ιδω τι θελει λαλησει προς εμε και τι θελω αποκριθη προς τον ελεγχοντα με. | 1 Я стану на моїй сторожі, стоятиму на моїй башті і виглядатиму, щоб подивитись, що він мені скаже й що мені відповісти з приводу моєї скарги. |
| 2 Και απεκριθη προς εμε ο Κυριος και ειπε, Γραψον την ορασιν και εκθεσον αυτην επι πινακιδιων, ωστε τρεχων να αναγινωσκη τις αυτην? | 2 І відповів мені Господь і мовив: «Запиши видіння і вирізьби його виразно на таблицях, щоб у бігу можна було прочитати. |
| 3 διοτι η ορασις μενει ετι εις ωρισμενον καιρον, αλλ' εις το τελος θελει λαλησει και δεν θελει ψευσθη? αν και αργοπορη, προσμεινον αυτην? διοτι βεβαιως θελει ελθει, δεν θελει βραδυνει. | 3 Бо це видіння — на означений час. Воно віщує про кінець, і не обмане; та хоч би й забарилось, ти його жди: воно бо збудеться напевно, не спізниться.» |
| 4 Ιδου, η ψυχη αυτου επηρθη, δεν ειναι ευθεια εν αυτω? ο δε δικαιος θελει ζησει δια της πιστεως αυτου. | 4 Ось воно бундючне, воно нещире — його серце; а праведний з віри своєї буде жити. |
| 5 Και μαλιστα ειναι προπετης εξ αιτιας του οινου, ανηρ αλαζων, ουδε ησυχαζει? οστις πλατυνει την ψυχην αυτου ως αδης και ειναι ως ο θανατος και δεν χορταινει, αλλα συναγει εις εαυτον παντα τα εθνη και συλλαμβανει εις εαυτον παντας τους λαους. | 5 Яке ж воно зрадливе, те багатство! Втрачає голову й спокою не має чоловік, що роззявляє, немов пекло, свою пельку, що немов смерть, завжди ненаситний, що загортає до себе всі народи, всі племена загарбує собі. |
| 6 Δεν θελουσι λαβει παντες ουτοι παραβολην κατ' αυτου και παροιμιαν εμπαικτικην εναντιον αυτου; και ειπει, Ουαι εις τον πληθυνοντα το μη εαυτου? εως ποτε; και εις τον επιβαρυνοντα εαυτον με παχυν πηλον. | 6 Хіба вони не складуть усі про нього приповідку, глумливу загадку проти нього, і не скажуть: «Горе тому, хто накопичує те, що йому не належить, і хто себе обтяжує заставами?» |
| 7 Δεν θελουσι σηκωθη εξαιφνης οι δακνοντες σε και εξεγερθη οι ταλαιπωρουντες σε και θελεις εισθαι προς αυτους εις διαρπαγην; | 7 Хіба не встануть притьмом твої позикодавці, не збудяться, не будуть торгати тебе? Ти станеш їх здобиччю! |
| 8 Επειδη συ ελαφυραγωγησας εθνη πολλα, απαν το υπολοιπον των λαων θελουσι σε λαφυραγωγησει, εξ αιτιας των αιματων των ανθρωπων και της αδικιας της γης, της πολεως και παντων των κατοικουντων εν αυτη. | 8 Тому, що ти народів безліч грабував, усі, що зосталися з народів, тебе ограбують: за людську кров пролиту, за насильства над краєм, над містом та всіма тими, що живуть у ньому. |
| 9 Ουαι εις τον πλεονεκτουντα πλεονεξιαν κακην δια τον οικον αυτου, δια να θεση την φωλεαν αυτου υψηλα, δια να ελευθερωθη εκ χειρος του κακου. | 9 Горе тому, хто лихі здирства чинить для свого дому, щоб на висоті гніздо для себе звити, щоб забезпечити себе від кігтів лиха. |
| 10 Εβουλευθης αισχυνην εις τον οικον σου, εξολοθρευων πολλους λαους, και ημαρτησας κατα της ψυχης σου. | 10 Ти вигадав ганьбу твоєму домові; вигублювавши багато народів, накликав гріх на свою душу. |
| 11 Διοτι ο λιθος απο του τοιχου θελει βοησει και τα ξυλοδεματα θελουσιν αποκριθη προς αυτον. | 11 Бож і каміння зо стін буде кричати, сволоки з риштування будуть їм відповідати. |
| 12 Ουαι εις τον οικοδομουντα πολιν εν αιμασι και θεμελιουντα πολιν εν αδικιαις. | 12 Горе тому, хто будує місто в крові, хто засновує город на злочині! |
| 13 Ιδου, δεν ειναι τουτο παρα του Κυριου των δυναμεων, να μοχθωσιν οι λαοι δια το πυρ και τα εθνη να αποκαμνωσι δια την ματαιοτητα; | 13 Хіба ж то не від Господа сил, що народи для вогню працюють, що люди трудяться надармо? |
| 14 Διοτι η γη θελει εισθαι πληρης της γνωσεως της δοξης του Κυριου, καθως τα υδατα σκεπαζουσι την θαλασσαν. | 14 Бо земля сповниться знанням Господньої величі, як води вкривають море. |
| 15 Ουαι εις τον ποτιζοντα τον πλησιον αυτου, εις σε οστις προσφερεις την φιαλην σου και προσετι μεθυεις αυτον, δια να θεωρης την γυμνωσιν αυτων. | 15 Горе тому, хто своїх сусідів напуває, хто наливає їм отрути, доки не уп’ються, щоб голизну їхню оглядати! |
| 16 Ενεπλησθης αισχυνης αντι δοξης? πιε και συ, και ας ανακαλυφθη η ακροβυστια σου? το ποτηριον της δεξιας του Κυριου θελει στραφη προς σε, και εμετος ατιμιας θελει εισθαι επι την δοξαν σου. | 16 Стидом наситився ти замість слави! Пий же й ти та покажи твій сором! Повернеться до тебе кубок Господньої правиці, ганьба впаде на твою славу! |
| 17 Διοτι η προς τον Λιβανον αδικια σου θελει σε καλυψει, και η φθορα των θηριων η καταπτοησασα αυτα θελει σε πτοησει, εξ αιτιας των αιματων των ανθρωπων και της αδικιας της γης, της πολεως και παντων των κατοικουντων εν αυτη. | 17 Насильства бо, яких зазнав Ливан, тебе окриють, і знищення тварин тебе злякає — за людську кров пролиту, насильства над землею, над містом і всіма тими, що живуть у ньому. |
| 18 Τις η ωφελεια του γλυπτου, οτι ο μορφωτης αυτου εγλυψεν αυτο; του χωνευτου και του διδασκαλου του ψευδους, οτι ο κατασκευασας θαρρει εις το εργον αυτου, ωστε να καμνη ειδωλα αφωνα; | 18 Яка користь із кумира, що його вирізьбив майстер, з вилитої подоби, з брехливого вчителя? Щоб майстер, що його виробляє, покладавсь на нього та виробляв німих кумирів? |
| 19 Ουαι εις τον λεγοντα προς το ξυλον, Εξεγειρου? εις τον αφωνον λιθον, Σηκωθητι? αυτο θελει διδαξει; Ιδου, αυτο ειναι περιεσκεπασμενον με χρυσον και αργυρον, και δεν ειναι πνοη παντελως εν αυτω. | 19 Горе тому, хто промовляє до дерева: «Прокинься!» «Вставай!» — до каменя німого. Чи ж він може навчитися? Таж він оббитий золотом і сріблом, і духу ніякого в собі не має. |
| 20 Αλλ' ο Κυριος ειναι εν τω ναω τω αγιω αυτου? σιωπα ενωπιον αυτου, πασα η γη. | 20 А Господь у храмі святому своєму, — мовчи перед ним, уся земле! |