SCRUTATIO

Donnerstag, 7 Mai 2026 - Santa Flavia ( Letture di oggi)

Vangelo secondo Marco - Mark 5


font
GREEK BIBLEБіблія
1 Και ηλθον εις το περαν της θαλασσης εις την χωραν των Γαδαρηνων.1 Перевезлись вони на той бік моря, в країну Геразинську.
2 Και ως εξηλθεν εκ του πλοιου, ευθυς απηντησεν αυτον εκ των μνημειων ανθρωπος εχων πνευμα ακαθαρτον,2 І коли з човна він вийшов, відразу перестрів його чоловік з гробу, що мав у собі нечистого духа.
3 οστις ειχε την κατοικιαν εν τοις μνημειοις, και ουδεις ηδυνατο να δεση αυτον ουδε με αλυσεις,3 Він перебував у гробах, і ніхто навіть ланцюгом не міг його зв’язати;
4 διοτι πολλακις ειχε δεθη με ποδοδεσμα και με αλυσεις, και διεσπασθησαν υπ' αυτου αι αλυσεις και τα ποδοδεσμα συνετριφθησαν, και ουδεις ισχυε να δαμαση αυτον?4 — раз-у-раз його зв’язували кайданами та ланцюгами, але він розривав ланцюги і трощив кайдани, й ніхто не міг його уговтати.
5 και δια παντος νυκτα και ημεραν ητο εν τοις ορεσι και εν τοις μνημειοις, κραζων και κατακοπτων εαυτον με λιθους.5 Днями і ночами, завжди перебував він по гробах та горах, кричав і товк себе камінням.
6 Ιδων δε τον Ιησουν απο μακροθεν, εδραμε και προσεκυνησεν αυτον,6 Побачивши здалека Ісуса, він прибіг, уклонився йому
7 και κραξας μετα φωνης μεγαλης ειπε? Τι ειναι μεταξυ εμου και σου, Ιησου, Υιε του Θεου του υψιστου; ορκιζω σε εις τον Θεον, μη με βασανισης.7 і закричав великим голосом: Що мені, та й тобі, Ісусе, Сину Всевишнього Бога? Заклинаю тебе Богом: Не муч мене!
8 Διοτι ελεγε προς αυτον? Εξελθε απο του ανθρωπου το πνευμα το ακαθαρτον.8 Бо він сказав до нього: Вийди, нечистий душе, з цього чоловіка!
9 Και ηρωτησεν αυτον? Τι ειναι το ονομα σου; Και απεκριθη λεγων? Λεγεων ειναι το ονομα μου, διοτι πολλοι ειμεθα.9 Ще й спитав його: Як тебе звати? Той же відрік: Легіон — мені ім’я, багато бо нас!
10 Και παρεκαλει αυτον πολλα να μη αποστειλη αυτους εξω της χωρας.10 І благав його вельми, щоб не виганяв їх з краю.
11 Ητο δε εκει προς τα ορη αγελη μεγαλη χοιρων βοσκομενη.11 А було там на узгір’ї велике стадо свиней, що паслося собі.
12 και παρεκαλεσαν αυτον παντες οι δαιμονες, λεγοντες? Πεμψον ημας εις τους χοιρους, δια να εισελθωμεν εις αυτους.12 Тож удалися до нього з проханням: Пошли нас у тих безрогих, щоб ми ввійшли в них.
13 Και ο Ιησους ευθυς επετρεψεν εις αυτους. Και εξελθοντα τα πνευματα τα ακαθαρτα εισηλθον εις τους χοιρους? και ωρμησεν η αγελη κατα του κρημνου εις την θαλασσαν? ησαν δε εως δυο χιλιαδες? και επνιγοντο εν τη θαλασση.13 І дозволив він їм. І вийшовши, нечисті духи ввійшли у свиней, тож кинулось стадо — близько дві тисячі! — з кручі у море та й потопилось у морі.
14 Οι δε βοσκοντες τους χοιρους εφυγον και ανηγγειλαν εις την πολιν και εις τους αγρους? και εξηλθον δια να ιδωσι τι ειναι το γεγονος.14 А пастухи їхні повтікали й порозповідали про те в місті та по селах, — то й повиходили побачити, що сталось.
15 Και ερχονται προς τον Ιησουν, και θεωρουσι τον δαιμονιζομενον, οστις ειχε τον λεγεωνα, καθημενον και ενδεδυμενον και σωφρονουντα, και εφοβηθησαν.15 Приходять вони до Ісуса та й бачать біснуватого; сидить одягнений, при здоровому глузді, — той, що мав у собі легіон, — і полякались.
16 Και διηγηθησαν προς αυτους οι ιδοντες πως εγεινε το πραγμα εις τον δαιμονιζομενον, και περι των χοιρων.16 І розповіли їм очевидці, як воно сподіялося з біснуватим, а й про безрогих.
17 Και ηρχισαν να παρακαλωσιν αυτον να αναχωρηση απο των οριων αυτων.17 Тож просили його, щоб вийшов з їхніх околиць.
18 Και οτε εισηλθεν εις το πλοιον, παρεκαλει αυτον ο δαιμονισθεις να ηναι μετ' αυτου.18 І коли сідав у човен, заходився його просити колишній біснуватий про змогу бути при ньому.
19 Πλην ο Ιησους δεν αφηκεν αυτον, αλλα λεγει προς αυτον? Υπαγε εις τον οικον σου προς τους οικειους σου και αναγγειλον προς αυτους οσα ο Κυριος σοι εκαμε και σε ηλεησε.19 Ісус же йому не дозволив, а сказав до нього: Іди до свого дому, до своїх, і повідай їм, що Господь зробив для тебе і як змилосердивсь над тобою.
20 Και ανεχωρησε και ηρχισε να κηρυττη εν τη Δεκαπολει οσα εκαμεν εις αυτον ο Ιησους, και παντες εθαυμαζον.20 Пішов він і взяв проповідувати у Десятимісті те, що зробив йому Ісус, — отож чудувалися всі.
21 Και αφου ο Ιησους διεπερασε παλιν εν τω πλοιω εις το περαν, συνηχθη προς αυτον οχλος πολυς, και ητο πλησιον της θαλασσης.21 Коли Ісус переплив човном знову на той бік, зібралась до нього сила народу, і перебував він над морем.
22 Και ιδου, ερχεται εις των αρχισυναγωγων, ονοματι Ιαειρος, και ιδων αυτον πιπτει προς τους ποδας αυτου22 Аж ось приходить один із старшин синагоги, Яір на ім’я, а побачивши його, упав йому до ніг
23 και παρεκαλει αυτον πολλα, λεγων οτι το θυγατριον μου πνεει τα λοισθια? να ελθης και να βαλης τας χειρας σου επ' αυτην, δια να σωθη και θελει ζησει.23 і благав його вельми, кажучи: Дочка моя вже на сконі. Прийди, поклади лишень на неї руки, щоб видужала й жила.
24 Και υπηγε μετ' αυτου? και ηκολουθει αυτον οχλος πολυς, και συνεθλιβον αυτον.24 Тож пішов з ним. Слідом же за ним ішло багато люду, що тиснувся до нього.
25 Και γυνη τις, εχουσα ρυσιν αιματος δωδεκα ετη25 А жінка, що дванадцять років страждала на кровотечу
26 και πολλα παθουσα υπο πολλων ιατρων και δαπανησασα πασαν την περιουσιαν αυτης και μηδεν ωφεληθεισα, αλλα μαλλον εις το χειρον ελθουσα,26 й натерпілася чимало від лікарів численних та витратила все, що мала, а допомоги ніякої не зазнала, — ба, навпаки, ще гірше було їй, —
27 ακουσασα περι του Ιησου, ηλθε μεταξυ του οχλου οπισθεν και ηγγισε το ιματιον αυτου?27 почувши про Ісуса, підійшла в юрмі ззаду та й доторкнулась його одежі.
28 διοτι ελεγεν οτι και αν τα ιματια αυτου εγγισω, θελω σωθη.28 Мовляла бо: Як доторкнуся до його одежі — видужаю.
29 Και ευθυς εξηρανθη η πηγη του αιματος αυτης, και ησθανθη εν τω σωματι αυτης οτι ιατρευθη απο της μαστιγος.29 І всох тієї ж хвилини витік її крови, і вона зчулася тілом, як одужала від хвороби.
30 Και ευθυς ο Ιησους, νοησας εν εαυτω την δυναμιν την εξελθουσαν απ' αυτου, στραφεις εν τω οχλω ελεγε? Τις ηγγισε τα ιματια μου;30 Ісус же, відчувши негайно у собі, що з нього вибуло сили, обернувшись до народу, спитав: Хто доторкнувся до моєї одежі?
31 Και ελεγον προς αυτον οι μαθηται αυτον? Βλεπεις τον οχλον συνθλιβοντα σε, και λεγεις τις μου ηγγισε;31 Учні ж його сказали йому: Бачиш, як натовп тиснеться до тебе, а питаєш: Хто мене доторкнувся?
32 Και περιεβλεπε δια να ιδη την πραξασαν τουτο.32 Отож озирнувся навколо себе, щоб побачити ту, що вчинила так.
33 Η δε γυνη, φοβηθεισα και τρεμουσα, επειδη ηξευρε τι εγεινεν επ' αυτην, ηλθε και προσεπεσεν εις αυτον και ειπε προς αυτον πασαν την αληθειαν.33 Жінка ж, налякана й тремтяча, — знала бо, що сталося з нею, — приступила, впала перед ним та й оповіла всю правду.
34 Ο δε ειπε προς αυτην? Θυγατερ, η πιστις σου σε εσωσεν? υπαγε εις ειρηνην και εσο υγιης απο της μαστιγος σου.34 А він же їй: Дочко, тебе спасла віра твоя. Іди в мирі й будь здорова від своєї недуги.
35 Ενω αυτος ελαλει ετι, ερχονται απο του αρχισυναγωγου, λεγοντες οτι η θυγατηρ σου απεθανε? τι πλεον ενοχλεις τον Διδασκαλον;35 Коли він ще говорив, приходять від старшини синагоги й кажуть: Дочка твоя померла, навіщо клопочеш Учителя?
36 Ο δε Ιησους, ευθυς οτε ηκουσε τον λογον λαλουμενον, λεγει προς τον αρχισυναγωγον? Μη φοβου, μονον πιστευε.36 Але Ісус, почувши слово, що ті сказали, промовив до старшини синагоги: Не бійся! Тільки віруй.
37 Και δεν αφηκεν ουδενα να ακολουθηση αυτον ειμη τον Πετρον και Ιακωβον και Ιωαννην τον αδελφον Ιακωβου.37 І не дозволив іти нікому з собою, окрім Петра, Якова та Йоана, брата Якова.
38 Και ερχεται εις τον οικον του αρχισυναγωγου και βλεπει θορυβον, κλαιοντας και αλαλαζοντας πολλα,38 Приходять вони до старшини синагоги в хату, — бачить він метушню і тих, що ридали й голосили вельми.
39 και εισελθων λεγει προς αυτους? Τι θορυβεισθε και κλαιετε; το παιδιον δεν απεθανεν, αλλα κοιμαται.39 Увійшов же й каже: Чого метушитесь і плачете? Не померло дівча, спить воно!
40 Και κατεγελων αυτου. Ο δε, αφου εξεβαλεν απαντας, παραλαμβανει τον πατερα του παιδιου και την μητερα και τους μεθ' εαυτου και εισερχεται οπου εκειτο το παιδιον,40 І насміхались з нього. Він же відсторонив усіх, узяв батька дівчати та матір і тих, що з ним були, та й увійшов, де дівча лежало.
41 και πιασας την χειρα του παιδιου, λεγει προς αυτην? Ταλιθα, κουμι? το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι, Κορασιον, σοι λεγω, σηκωθητι.41 Взявши ж дівча за руку, сказав до нього: Таліта кум — що значить у перекладі: Дівчино, кажу тобі, встань!
42 Και ευθυς εσηκωθη το κορασιον και περιεπατει? διοτι ητο ετων δωδεκα. Και εξεπλαγησαν με εκπληξιν μεγαλην.42 І притьмом устало дівча й почало ходити, — років же дванадцять мало, — і нараз охоплені були всі дивом-дивенним.
43 Και παρηγγειλεν εις αυτους πολλα να μη μαθη μηδεις τουτο και ειπε να δοθη εις αυτην να φαγη.43 Та повелів їм суворо, щоб ніхто про те не довідався, — і наказав дати їй їсти.