| 1 Και εκραξεν εις τα ωτα μου μετα φωνης μεγαλης? λεγων, Ας πλησιασωσιν οι τεταγμενοι κατα της πολεως, εκαστος εχων το οπλον αυτου της εξολοθρευσεως εν τη χειρι αυτου. | 1 Тоді він скрикнув грімким голосом мені у вуха: «Наближайтеся, бичі міста, кожен зо знаряддям руйнування у руці!» |
| 2 Και ιδου, εξ ανδρες ηρχοντο απο της οδου της υψηλοτερας πυλης της βλεπουσης προς βορραν, εκαστος εχων εν τη χειρι αυτου οπλον κατασυντριμμου? και εν τω μεσω αυτων εις ανθρωπος ενδεδυμενος λινα με γραμματεως καλαμαριον εν τη οσφυι αυτου? και εισελθοντες εσταθησαν πλησιον του χαλκινου θυσιαστηριου. | 2 І ось прийшло шестеро мужів від верхніх воріт, що на півночі, кожен із знаряддям убивства в руці. Посеред них був один, одягнений у льняну одежу, з писарським приладом при боці. Увійшли вони й поставали коло мідяного жертовника. |
| 3 Και η δοξα του Θεου του Ισραηλ ανεβη επανωθεν των χερουβειμ, επανωθεν των οποιων ητο, εις το κατωφλιον του οικου? και εφωνησε προς τον ανδρα τον ενδεδυμενον τα λινα, τον εχοντα εν τη οσφυι αυτου το καλαμαριον του γραμματεως? | 3 Слава Бога Ізраїля піднялася з-над того херувима, на якім була, до порога дому. І він прикликав того, що був одягнений у льняну одежу і що при боці в нього був писарський прилад. |
| 4 και ειπε Κυριος προς αυτον, Διελθε δια της πολεως, δια της Ιερουσαλημ, και καμε σημειον επι των μετωπων των ανδρων, των στεναζοντων και βοωντων δια παντα τα βδελυγματα τα γινομενα εν μεσω αυτης. | 4 І сказав йому Господь: «Пройди посеред міста, посеред Єрусалиму, та й поклади знак на чолі в людей, що зідхають і сумують із-за всіх гидот, що діються посеред нього.» |
| 5 Προς δε τους αλλους ειπεν, ακουοντος εμου, Διελθετε κατοπιν αυτου δια της πολεως και παταξατε? ας μη φεισθη ο οφθαλμος σας και μη ελεησητε? | 5 А другим він сказав — так, що я чув: «Ідіте позад нього містом і бийте; нехай не жалує ваше око, не майте милосердя; |
| 6 γεροντας, νεους και παρθενους και νηπια και γυναικας, φονευσατε μεχρις εξαλειψεως? εις παντα ομως ανθρωπον εφ' ου ειναι το σημειον μη πλησιασητε? και αρχισατε απο του αγιαστηριου μου. Και ηρχισαν απο των ανδρων των πρεσβυτερων των εμπροσθεν του οικου. | 6 старого і хлопця, дівицю, малечу й жіноцтво вбивайте на смерть; а з тих же, що мають на собі знак, не руште нікого. Та починайте від моєї святині.» І почали вони від старших мужів, що були перед храмом. |
| 7 Και ειπε προς αυτους, Μιανατε τον οικον και γεμισατε τας αυλας απο τραυματιων? εξελθετε. Και εξηλθον και επαταξαν εν τη πολει. | 7 Він сказав до них: «Оскверніть храм. Закидайте дворища трупом, а потім вийдете.» І вони вийшли і вбивали по місті. |
| 8 Ενω δε ουτοι επατασσον αυτους, εναπολειφθεις εγω επεσον επι προσωπον μου και ανεβοησα και ειπα, Οιμοι, Κυριε Θεε? συ εξαλειφεις απαν το υπολοιπον του Ισραηλ, εκχεων την οργην σου επι την Ιερουσαλημ; | 8 Як вони били, зоставсь я один, упав на лице й закричав: «Ой Господи Боже! Невже ти вигубиш увесь останок Ізраїля, виливаючи твій гнів на Єрусалим?» |
| 9 Και ειπε προς εμε, Η ανομια του οικου Ισραηλ και Ιουδα υπερεμεγαλυνθη σφοδρα και η γη ειναι πληρης αιματων? και πολις πληρης διαφθορας? διοτι λεγουσιν, Ο Κυριος εγκατελιπε την γην, και, Ο Κυριος δεν βλεπει. | 9 А він мені сказав: «Безбожність дому Ізраїля та Юди велика, вельми велика; країна повна крови, а місто повне насильства, бо вони кажуть: Покинув Господь країну, Господь не бачить. |
| 10 Και εγω λοιπον δεν θελει φεισθη ο οφθαλμος μου και δεν θελω ελεησει? κατα της κεφαλης αυτων θελω ανταποδωσει τας οδους αυτων. | 10 Оце ж і моє око не пощадить, і я не помилую. Оберну їхні вчинки на їхню ж голову.» |
| 11 Και ιδου, ο ανηρ ο ενδεδυμενος τα λινα, ο εχων εν τη οσφυι αυτου το καλαμαριον, εφερεν αποκρισιν, λεγων, Εκαμον καθως προσεταξας εις εμε. | 11 І ось тут чоловік, одягнений у льняну одіж, у якого при боці писарський прилад, звітував, кажучи: «Я зробив так, як ти мені наказав був.» |